Το μεγαλύτερο ξύλινο κτήριο της Ευρώπης

Στήλη ΠΟΛΥ- Πολιτισμικά του Πάνου Σκουρολιάκου στην «Αυγή» του Σαββάτου

Τον Ιούνιο του 1883 στο πεδίο των μεταφορών αλλά και της πολυτελούς ζωής επιτελέστηκε ένα σπουδαίο γεγονός. Συνδέθηκαν με ένα θρυλικό δρομολόγιο και μέσω ενός πολυτελέστατου τρένου το Παρίσι, το Στρασβούργο, το Μόναχο, η Βουδαπέστη το Βουκουρέστι και η Κωνσταντινούπολη. Πρόκειται για το δρομολόγιο του μυθικού Οριάν Εξπρές. Σε χρόνο ρεκόρ για την εποχή έφτανε κανείς στην “Πόλη των πόλεων” με πραγματικά βασιλική άνεση. Την ευρωπαϊκή αριστοκρατία και τους αστούς δυνατούς του πλούτου τους υποδέχονταν πολυτελή ξενοδοχεία και ανάλογου επιπέδου εστιατόρια, στολίδια της εποχής, όπως το ξύλινο «Pringipo Palace», που χτίστηκε με γαλλικά κεφάλαια και περιελάμβανε και καζίνο στο νησί της Πριγκήπου, ένα από τα «πριγκηπόνησα», όπου το ελληνικό στοιχείο κυριαρχούσε. Ήταν ξύλινο, τετραώροφο με 206 δωμάτια, μεγάλα σαλόνια, εστιατόρια, αίθουσες συναυλιών και χορού.

Όμως ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίντ ο Β΄ δεν έδωσε άδεια ώστε να λειτουργήσει, λόγω του ότι ο ισλαμικός νόμος απαγορεύει τα τυχερά παιχνίδια. Στην πραγματικότητα φοβόταν ότι ο χώρος θα γίνονταν σημείο συνάντησης και συνωμοσίας των Νεότουρκων που κάλπαζαν προς την εξουσία.

Αυτή η εμπλοκή αξιοποιήθηκε από ένα μέλος μιας σημαντικής οικογένειας ευεργετών, την Ελένη Ζαρίφη, η οποία το 1902 αγόρασε το κτήριο με τον περιβάλλοντα χώρο των 26 στρεμμάτων, εγγράφοντάς τον στην περιουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Εκεί λοιπόν λειτούργησε από τον επόμενο χρόνο ένα σπουδαίο ορφανοτροφείο. Στα πολυτελή δωμάτια που προορίζονταν για την ευρωπαϊκή αφρόκρεμα της εποχής στεγάστηκαν φτωχά ορφανά από την Πόλη και τις άλλες περιοχές της οθωμανικής επικράτειας. Στις τραπεζαρίες του έτρωγαν, στις αίθουσες εκδηλώσεων έκαναν τις γιορτές τους και βέβαια μάθαιναν γράμματα.

Συνυφασμένη η ιστορία του Ορφανοτροφείου με τις περιπέτειες του ελληνισμού, παραχωρείται κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στη στρατιωτική σχολή Κούλελι. Με τη συνθηκολόγηση του Μούδρου, το 1918, αποδόθηκε πίσω στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Την περίοδο 1922 – 1924, με τη Μικρασιατική Καταστροφή, περιθάλπει εκατοντάδες ορφανά που έρχονται από τις περιοχές που υπέστησαν τη βία και τον ξεριζωμό. Στη συνέχεια λειτουργεί ως οικοτροφείο αρρένων. Τα κορίτσια μεταφέρονται στις εγκαταστάσεις της πρώην Εμπορικής Σχολής, στο διπλανό νησί της Χάλκης. Από το 1942 έως το 1964 λειτουργεί ξανά ως μεικτό, προσφέροντας μεγάλες υπηρεσίες στην εμπερίστατη ρωμιοσύνη της Κωνσταντινούπολης. Έζησε διωγμούς, την επιστράτευση των μη μουσουλμάνων νέων σε τάγματα εργασίας (1941 – 42), τον «Φόρο Ευμάρειας» (Βαριλίκι 1942 – 44) και βέβαια τα Σεπτεμβριανά (7.9.1955).

Τον Απρίλιο του 1964, μεσάνυχτα με πολύ κρύο, η αστυνομία, εφαρμόζοντας τα σχέδια του διωγμού των Ρωμιών, εκκενώνει το κτήριο μεταφέροντας τα παιδιά στην κοντινή Μονή Σωτήρος. Εκεί έμειναν έως το 1980.

Το υπέροχο κτήριο του Ορφανοτροφείου περνά στη Γενική Διεύθυνση Βακουφείων και κάτω από την κρατική εποπτεία αφήνεται ασυντήρητο κι αρχίζει να φθείρεται και να καταστρέφεται από τις καιρικές συνθήκες. Το Πατριαρχείο από το 1990 διεκδικεί την κυριότητα του χώρου και το 2009 επιτέλους τα δικαστήρια το δικαιώνουν.

Αλίμονο όμως. Η καταστροφή του μεγαλύτερου ξύλινου κτίσματος στην Ευρώπη είναι μεγάλη. Μόλις και μετά βίας στέκεται ακόμα όρθιο. Η διάσωσή του αποτέλεσε αντικείμενο ενδιαφέροντος και μελετών. Το 2018 το Οικουμενικό Πατριαρχείο μαζί με τοπικές ΜΚΟ και την Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών κατάφεραν να κηρύξει η Europa Nostra το κτήριο του Ορφανοτροφείου ως το πρώτο εν κινδύνω μνημείο της Ευρώπης. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος έχει δηλώσει ότι προτίθεται να ιδρύσει στο κτήριο αυτό ένα κέντρο διαθρησκευτικού διαλόγου και ένα κέντρου προστασίας του περιβάλλοντος.

Ο χρόνος δουλεύει καταστροφικά. Το σχεδόν ερειπωμένο κτήριο του Ορφανοτροφείου στην καταπράσινη Πρίγκηπο στέκει μόλις και μετά βίας ορθό, αναπολώντας τις ημέρες που πέρασαν. Τότε, που προορισμένο για την αριστοκρατία του 20ού αιώνα, φιλοξένησε τελικά παιδιά με βαθιά τραύματα που πάσχιζαν να τα επουλώσουν εντός του. Θυμάται τις καλές ημέρες του παρελθόντος και βιώνει τη σημερινή εγκατάλειψη πασχίζοντας να σταθεί για λίγο ακόμα όρθιο. Οι αντοχές του όμως δεν είναι πολλές και θα πρέπει κρατικοί και μη κρατικοί φορείς, πολίτες και ομάδες ατομικά και συλλογικά να δράσουν ώστε αυτό το κόσμημα του πολιτισμού σε παγκόσμια κλίμακα να μην γίνει παρελθόν, μόνο μνήμη που προκαλεί νοσταλγία.

Το κτήριο του Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου πρέπει να ζήσει ξανά!

Πηγές:

*Κείμενο Ν. Ουζούνογλου: «Το Εθνικό Ορφανοτροφείο της Πριγκίπου».

* Σ.Χ. Αντωνιάδης: «Κωνσταντινούπολη – Η Πόλη που με ακολουθεί» Εκδ. Τσουκάτου.

Πηγή: Η Αυγή