Η συμβολή της εκκλησιαστικής τέχνης…

 

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Με αφορμή την αποστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην ομιλία του για τις σχέσεις Εκκλησίας – κράτους, (πως «Η Εκκλησία είχε ουσιαστικό ρόλο στη γέννηση και διαμόρφωση της ταυτότητας του ελληνικού κράτους»), θα ήθελα να καταθέσω κάποιες σκέψεις όσον αφορά τη συμβολή της εκκλησιαστικής τέχνης στη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας.

Κατ’ αρχήν, οι διεργασίες που έχουν να κάνουν με τη δημιουργία μιας εθνικής ταυτότητας, δεν αρχίζουν ούτε τελειώνουν σε απόλυτα ορισμένο χρονικά σημείο. Αποτελούν μέρος εξελίξεων αργών, πολύπλοκων και εξαρτώνται από ποικίλους παράγοντες. Βγαίνοντας το Έθνος των Ελλήνων χριστιανών (σύμφωνα με το πρώτο σύνταγμα) από την τετρακοσίων ετών σκλαβιά υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία, άντλησε για τη διαμόρφωση της ταυτότητάς του, τα στοιχεία εκείνα που το διαφοροποιούσαν από την εξουσία, στην οποία ήταν υπόδουλο. Το πιο δυνατό από αυτά, ήταν αυτό της πίστης. Της θρησκείας. Ήταν και ένα από τα δυνατά στοιχεία που σήκωσαν το βάρος της αντίστασης στον κατακτητή καθ’ όλο το διάστημα της σκλαβιάς.

Ποιο ήταν το θρησκευτικό απόθεμα που συνετέλεσε στη διαμόρφωση της ταυτότητας του νέου ελληνικού κράτους; Να σημειώσουμε πως η θρησκεία και εν προκειμένω το δόγμα της Ορθοδοξίας δεν μορφοποιήθηκε και δεν ολοκληρώθηκε όσον αφορά τα λειτουργικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά του εν καινώ. Άντλησε και αυτή από τον ήδη υπάρχοντα πολιτισμικό πλούτο και εν προκειμένω τον πλούτο των αρχαίων Ελλήνων. Η εσωτερική αρχιτεκτονική του ορθόδοξου ναού, για παράδειγμα, αποτελεί αντίγραφο της σκηνογραφικής όψης του αρχαίου ελληνικού θεάτρου, από το οποίο δανείστηκε εκτός των άλλων και παραστατικά στοιχεία όπως στις τελετές του Σταυρού, της Αποκαθήλωσης και της Ανάστασης.

Ο θαυμασμός προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό που έτρεφαν μεγάλοι πατέρες και ιεράρχες της Εκκλησίας κατά τη βυζαντινή περίοδο και μάλιστα μετά τον 4ο αιώνα, έστρεψε αποφασιστικά την Εκκλησία στο να αναζητήσει αισθητικά πρότυπα και λύσεις από την αρχαιότητα. Έπαιρνε όμως από ‘κεί ό,τι ακριβώς είχε ανάγκη. Η χριστιανική αντίληψη ότι πρέπει κανείς να επιζητεί μόνο τα απολύτως αναγκαία, αυτά μόνον που υπηρετούν την πίστη και την άσκηση των καθηκόντων που αυτή προβλέπει, οδήγησε σημαντικούς ιεράρχες, όπως τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, να θεωρεί «ματαιοπονία» και «κακοτεχνία», κάθε τέχνη που δεν υπηρετεί τη λατρευτική ζωή. Η ζωγραφική, έχει νόημα (και σκοπό), μόνο όταν υπηρετεί το θείον. Εδώ, λοιπόν, «αγιάζεται» η αγιογραφία. Ο μαθητής μάλιστα του Χρυσόστομου Ισίδωρος Πηλουσιώτης, φτάνει ακόμα πιο μακριά. Κατακρίνει την υπερβολική διακόσμηση των ναών και εγκαλεί επισκόπους για την επιλογή τους στη ναοδομία και τον καλλωπισμό της.

Η κουλτούρα της Εκκλησίας, επηρέασε το γένος μας λοιπόν και μέσα από τη ζωή του νέου ελληνικού κράτους. Η εκκλησιαστική τέχνη περνώντας πολλά στάδια εξέλιξης και ανάπτυξης, διαμόρφωσε την αισθητική των θρησκευομένων, αλλά και μη θρησκευομένων πολιτών. Στην αρχή αυθόρμητα και ως λαϊκή επιλογή. Μετέπειτα ως επίσημο κρατικό δόγμα με ό,τι συνεπάγεται αυτό και στη συνέχεια και με το υλικό που προσέφεραν λόγιοι δημιουργοί που επηρεάσθηκαν από την εκκλησιαστική τέχνη και την ενσωμάτωσαν στο έργο τους. Τρανό παράδειγμα ο ζωγράφος, αγιογράφος και συγγραφέας Φώτης Κόντογλου. Αφήνοντας πίσω του τις διάσημες σχολές της εποχής του, όπως του Παρισιού όπου έζησε ένα διάστημα ή του Μονάχου, στρέφει το βλέμμα του στη βυζαντινή ζωγραφική, μελετώντας τη στο Άγιον Όρος. Σπουδαίος αγιογράφος, μπόλιασε τις θρησκευτικές εικόνες με τη δύναμη της «εγκόσμιας ζωγραφικής». Όμως και στη μουσική και σε όλο το φάσμα των τεχνών η επήρεια της εκκλησιαστικής τέχνης στον σύγχρονο πολιτισμό μας, είναι ζωντανή και σημαντική.

Στον βαθμό που οι τέχνες συμβάλλουν στη δημιουργία της εθνικής ταυτότητας, η τέχνη που γεννήθηκε και διακονήθηκε μέσα στην Εκκλησία, αναντίρρητα έχει συμβάλει στη μορφοποίηση αυτής της ταυτότητας όσον μας αφορά ως έθνος και ως κρατική οντότητα. Αναμφισβήτητα συμβάλλουν σε αυτή τη διαδικασία και πολλοί άλλοι παράγοντες. Όμως η τέχνη και εν προκειμένω η εκκλησιαστική δεν μπορούσε, παρά να επηρεάσει βαθύτατα τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό. Υπάρχει στη ρίζα των δημιουργιών της σύγχρονης Ελλάδας και δίνει καρπούς άλλοτε ολοφάνερα αναγνώσιμους και άλλοτε επιμελώς κρυμμένους.

 

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ : http://www.avgi.gr/article/10812/9327412/e-symbole-tes-ekklesiastikes-technes-   )

Καλλιτέχνες του δρόμου

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Εκτός εαυτού ο ελληνικός μικροαστισμός. Σήκωσαν κουρνιαχτό οι νοικοκυραίοι που δεν ανέχονται να συναντούν επαίτες στο δρόμο και μάλιστα  επαίτες καλλιτέχνες. Η τέχνη, πρέπει να θεραπεύεται εντός των ελεγχομένων τειχών. Σε συναυλιακούς χώρους, Θέατρα, απαστράπτουσες  γκαλερί, κοκ. Καταδιώκει λοιπόν όσους αποτολμούν να ζωγραφίσουν έξω στον ήλιο και τη βροχή, σε όσους προσφέρουν μουσικές νότες και θεατρικά δρώμενα σε μια πλατεία, έναν πεζόδρομο, σε ένα σημείο της πόλης  όπου οι άνθρωποι συνευρίσκονται, επικοινωνούν,  διασκεδάζουν. Στην Θεσσαλονίκη των αντιθέσεων λοιπόν, οι μουσικοί του δρόμου μπήκαν στο στόχαστρο των αρχών και αναγκάσθηκαν να απευθύνουν επιστολή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Με πρωτοβουλία του Νίκου Παρασκευόπουλου, 46 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ καταθέσαμε ερώτηση προς τους υπουργούς Εσωτερικών Και Πολιτισμού, με θέμα τις ποινικές διώξεις κατά των «μουσικών του δρόμου».  Κατόπιν αυτού, υπήρξε  άμεση κατάργηση του νόμου περί επαιτείας των καλλιτεχνών και έτσι οι μουσικοί, οι μαθητές των μουσικών γυμνασίων και των ωδείων, οι φοιτητές των  μουσικών  τμημάτων των πανεπιστημίων αλλά και οποιοσδήποτε άλλος αισθάνεται πως μπορεί να απευθυνθεί στο κοινό του δρόμου, είναι σε θέση   να το κάνει  χωρίς να κινδυνεύει  να διωχθεί.

 Άραγε όλοι αυτοί οι αντιδρώντες αξιοπρεπείς συμπολίτες μας αγνοούν πως ανέκαθεν η τέχνη εκφράσθηκε στον δημόσιο χώρο; Στο πλάτωμα ενός οικισμού, στο χωράφι όπου οι παρθένες χόρευαν μιμούμενες την γέννηση και το μεγάλωμα των δημητριακών, προκαλώντας μια καλή σοδειά,  έως ότου οργανωθεί η τέχνη σε χώρους που  αποκλειστικά εξυπηρετούσαν  την άσκηση της. Και κυρίως σε χώρους όπου υπήρχε οικονομικός έλεγχος της δραστηριότητας.  Στον δρόμο γεννήθηκαν και μεγαλούργησαν είδη θεάτρου όπως η ιταλική Κομέντια Ντελ Άρτε, τα θρησκευτικά μυστήρια στη βόρεια Ευρώπη, οι κανταδόροι και μενεστρέλοι και τόσοι άλλοι.

 Σήμερα, οι ανάγκες που προκύπτουν από τις κοινωνικοοικονομικές καταστάσεις της εποχής, αναγκάζουν κάποιους καλλιτέχνες να βαδίσουν παράλληλα με το οργανωμένο θέαμα και να παρουσιάσουν την τέχνη τους όχι μέσα στο κτίριο ενός θεάτρου, αλλά έξω από αυτό. Στον δρόμο ή στην πλατεία. Να ζωγραφίσουν κάποιους δημόσιους ή εγκαταλειμμένους ιδιωτικούς τοίχους, να γοητεύσουν ένα κοινό το οποίο δεν αναζητά εκείνη τη στιγμή την αισθητική απόλαυση, αλλά βρίσκεται σε έναν εμπορικό δρόμο για ψώνια. Που πηγαίνει ή επιστρέφει από τη δουλειά του και που χωρίς να το έχει προγραμματίσει βρίσκεται μπροστά σε μια μικρή συναυλία, ή απέναντι σε ένα έργο τέχνης. Εισπράττει το γεγονός και αν θέλει επιβραβεύει τον καλλιτέχνη με ότι και όσα θέλει. Ο δήμαρχος του Λονδίνου Sadiq Khan, εγκαινίασε  ένα πρόγραμμα είσπραξης των φιλοδωρημάτων από  τους καλλιτέχνες του δρόμου, μέσω τραπέζης με τα περίφημα POS.

 Η «τέχνη του δρόμου» παγκοσμίως, έχει ξεφύγει από τη μιζέρια της αναξιοπρέπειας ή της επιβολής μικρόψυχων νόμων. Οι συνθήκες καλλιτεχνικής δημιουργίας και η επαφή με το κοινό σε έναν δημόσιο χώρο είναι το ζητούμενο για την δημιουργική παρουσία χιλιάδων καλλιτεχνών, όπου γης.

 Να θυμίσουμε την άφιξη εδώ είκοσι κορυφαίων «καλλιτεχνών του δρόμου» από όλη την Ευρώπη, που ήρθαν να αλλάξουν το μουντό πρόσωπο της Αθήνας ξεκινώντας από την Σχολή Καλλών Τεχνών για να καταλήξουν στα δημόσια κτήρια του Δήμου Νίκαιας – Ρέντη.

 Το 2015 στο Βερολίνο,  ο Ibo Omari, έγινε άθελα του ο δημιουργός  ενός ολόκληρου κινήματος. Αντιδρώντας στις πολλές ζωγραφισμένες σβάστικες  σε δημόσιους χώρους, «έργα τέχνης» που συνοδεύουν την άνοδο της ακροδεξιάς και του ρατσισμού, τόλμησε και έσβησε μια τέτοια στην παιδική χαρά που έπαιζε ο γιός του. Σύντομα λοιπόν ήρθαν κι άλλοι κοντά του, δημιουργώντας τη δράση  «Paindback» με στόχο να μην υπάρχει τίποτα στους τοίχους του Βερολίνου  που να θυμίζει το Βερολίνο του Χίτλερ.

 Η τέχνη με ανοιχτούς ορίζοντες πάντα ενοχλούσε την συντηρητική κοινωνία. Και η τέχνη του δρόμου δεν μπορεί, παρά να είναι μια τέχνη ανοιχτών οριζόντων. Από δημιουργούς που δεν ελέγχονται. Που δεν εξαρτούν την ύπαρξη τους από συναλλαγές, κανενός είδους. Το θάρρος και η έμπνευσή τους τρομάζει. Και δημιουργεί τον  ρατσισμό  εναντίον τους.

 Τον ρατσισμό των μετρίων που καλά έχουν βολευτεί.

  *Μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής.

(Αυγή 3/11/2018)

ΔΗΜΟΣ ΘΕΟΣ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΑΘΗΝΑ  29.10.2018

Ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης του πολιτικού κινηματογράφου στη χώρα μας, ο σκαπανέας του «Σύγχρονου Ελληνικού Κινηματόγραφου» Δήμος Θέος,  δεν είναι πια μαζί μας. Καλλιτέχνης βιωματικός και με ευρύτερα ενδιαφέροντα μπήκε στον κινηματογράφο μέσω χειρωνακτικής εργασίας στα πλατώ, για να καταλήξει σημαντικός παλαιοβιβλιωπώλης στο Μοναστηράκι και ένας από τους πιο σπουδαίους σκηνοθέτες της γενιάς του.

Με αγάπη και ενδιαφέρον για την αισθητική αλλά και την καθημερινότητα των Ελλήνων Κινηματογραφιστών, υπηρέτησε τον χώρο του με συνέπεια και επιτυχία.

Καλό του Ταξίδι.

 

Για την ΕΠΕΚΕ Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ

Πάνος Σκουρολιάκος

Βουλευτής Περιφ. Αττικής

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ   

Αποχαιρετούμε τον σκηνοθέτη, συγγραφέα και δάσκαλο Γιώργο Μιχαηλίδη που πλούτισε το νεοελληνικό θέατρο με την ορμή, την ευαισθησία και την  αγωνιστικότητα της δουλειάς του. Πρωτοπόρος του αποκεντρωμένου θεάτρου, του θεάτρου που συναντά το κοινό στις υποβαθμισμένες συνοικίες της πόλης, δημιούργησε με άλλους άξιους συνεργάτες του προδικτατορικά  το «Θέατρο Νέας Ιωνίας». Αργότερα με τη δημιουργία του «Ανοιχτού Θεάτρου» κατάθεσε μια σημαντική θεατρική πρόταση κάνοντας το θέατρο του σημείο αναφοράς για τα θεατρικά πράγματα του τόπου μας.

Με τα μυθιστορήματα του, αποκάλυψε άλλη μία ευαίσθητη και εξαιρετικά μαστόρικη  πτυχή του ταλέντου του. Εδώ, η μικρασιάτικη καταγωγή του πρωταγωνιστεί. Λάμπρυνε με τις σκηνοθεσίες του τις κρατικές σκηνές μας και ακόμα την ελληνική τηλεόραση.

Φεύγει έχοντας κερδίσει την αγάπη και τον θαυμασμό του κοινού, της συντεχνίας του θεάτρου αλλά και σύμπαντος του πνευματικού κόσμου.

Καλό του ταξίδι.

Για την ΕΠΕΚΕ Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ

Πάνος Σκουρολιάκος

Βουλευτής Αττικής ΣΥΡΙΖΑ

Τέχνη, φως, ρατσισμός – σκότος

Του Πάνου Σκουρολιάκου *

Στη χώρα μας όπως και σε όλη την Ευρώπη, σε όλον τον κόσμο, είμαστε πια αντιμέτωποι (ξανά και ξανά) με το απαίσιο πρόσωπο του ρατσισμού. Αυτό το πρόσωπο κυριαρχεί και επιτελεί χαιρέκακα το καταστροφικό του έργο. Kρύβεται όμως μπροστά στη συνειδητοποίηση των μαζών και την αντίδρασή τους. Αλίμονο όμως. Οι άνθρωποι ξεχνούν, και τότε αυτό το θανατηφόρο πρόσωπο κάνει ξανά την εμφάνιση του. Πολλές φορές, φορούν τη μάσκα του ρατσισμού τα παιδιά και τα εγγόνια εκείνων που σε προηγούμενες περιόδους υπέφεραν εξ αιτίας του.

Ο ρατσισμός άλλωστε είναι μια παλιά υπόθεση. Στην αρχαία Ελλάδα οι γυναίκες και οι δούλοι δεν ήταν θύματά του; Εδώ και χιλιάδες χρόνια, το σύστημα των καστών στην Ινδία δεν διαχωρίζει ρατσιστικά τους ανθρώπους με βάση την κοινωνική καταγωγή; Ο διωγμός των Εβραίων στην αρχαία Αίγυπτο δεν ήταν ένας πρωτόγονος αντι-ιουδαϊσμός, πρόδρομος του σημερινού αντισημιτισμού; Να σημειώσουμε τη ρατσιστική συμπεριφορά των αποίκων απέναντι στους γηγενείς πληθυσμούς μετά την ανακάλυψη της Αμερικής; Προχωρώντας η Ιστορία, φθάνει μέχρι τη ναζιστική Γερμανία, τον Χίτλερ και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά από μια ανάπαυλα κάποιων δεκαετιών, η Ευρώπη απειλείται ξανά από τον ρατσισμό. Με άλλοθι την ιστορική μετακίνηση πληθυσμών που εξ αιτίας πολέμων, πείνας και πολιτικών καταστάσεων φτάνουν στη γηραιά ήπειρο από Ασία και Αφρική, το αυγό του φιδιού εξαπέλυσε την καινούργια του εσοδεία. Μπήκε στα κοινοβούλια και επηρεάζει κυβερνήσεις. Αποφασιστικός χορηγός του, το μεγάλο κεφάλαιο και οι νεοφιλελεύθερες ιδέες και πολιτικές. Η «αυτοκρατορία του σκότους» επιτίθεται.

Ο ρατσισμός, ο φασισμός και η μισαλλοδοξία υποτιμούν την ανθρώπινη ύπαρξη. Απέναντί τους οι πολίτες οργανώνονται και αντιδρούν. Οι καλλιτεχνικοί δημιουργοί, έχουν ξεχωριστή θέση και υποχρέωση στον αγώνα ενάντια σε αυτά τα φαινόμενα. Η τέχνη απεχθάνεται τη βία, που είναι το μεγάλο όπλο του ρατσισμού. Δεν αποδέχεται την υποτίμηση του ανθρώπου και δεν επιτρέπει στον εαυτό της τον φόβο. Και αντιδρά, γεννώντας τα δημιουργήματά της απέναντι στη βαρβαρότητα. Οι καλλιτέχνες οφείλουν να δίνουν ανάσα, δύναμη και κουράγιο στους λαούς που πολεμούν το φίδι.

Έχουν υποχρέωση οι δημιουργοί που σέβονται την ανθρώπινη ύπαρξη, που τιμούν τον πολιτισμό εντός του οποίου παράγουν το έργο τους, να δώσουν έργα – απαντήσεις στις ρατσιστικές απόψεις και την πρακτική τους. Βεβαίως, το θέμα από μόνο του δεν γεννά τα μεγάλα έργα. Μπορεί να τα εμπνέει. Αλλά ανάγκη υπάρχει για αυθεντικά ταλέντα που θα δώσουν δημιουργική πνοή στο θέμα. Να θυμηθούμε τον μεγάλο Γερμανό συγγραφέα Πέτερ Βάις, που ταλαιπωρημένος κι ο ίδιος από τον ναζισμό στην πατρίδα του μας έδωσε εκτός των άλλων και το σπουδαίο θεατρικό έργο «Ανάκριση». Υλικό του, τα πρακτικά της δίκης της Νυρεμβέργης, όπου δικάστηκαν οι ναζί εγκληματίες πολέμου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Βάις είχε να αντιμετωπίσει τρείς μεγάλες δυσκολίες. Να είναι πιστός στο ιστορικό γεγονός, να σεβαστεί μέχρι κεραίας τα πρακτικά και, τέλος, να κάνει ένα έργο τέχνης που θα έχει όλα εκείνα τα χαρίσματα του θεατρικού έργου που εμπνέει τους ανθρώπους του θεάτρου και συναρπάζει τους θεατές. Τα κατάφερε. Και η «Ανάκριση» μαζί με την «Γκερνίκα» του Πικάσο και τον «Μεγάλο Δικτάτορα» του Τσάρλι Τσάπλιν αποτελούν τρία κορυφαία δείγματα έργων τέχνης που πολέμησαν περισσότερο από χιλιάδες πολιτικές ομιλίες τον ρατσισμό, τον φασισμό και τη μισαλλοδοξία.

Στην πατρίδα μας, οι δικτατορίες, οι φυλακές και τα ξερονήσια ενέπνευσαν σπουδαίους δημιουργούς. Ρίτσος, Βάσω Κατράκη, Κούνδουρος και άλλοι πολλοί. Μας έδωσαν έργα που εμψύχωσαν τον λαό μας σε εποχές δύσκολες, σε περιόδους σκότους, και έφεραν το φως τους έως το σήμερα. Το φως που θα νικάει πάντα το σκοτάδι και οι υπάνθρωποι ρατσιστές θα φοβούνται πάντα την ξεχωριστή δύναμή του.

Οι Έλληνες δημιουργοί έχουν τη δική τους ευθύνη. Υπάρχουν ήδη σκόρπιες απόπειρες και καταθέσεις. Ένα ποτάμι χρειάζεται. Μια συσπείρωση δυνάμεων, φωνών, οραμάτων που θα απαντήσει σήμερα σε όλες αυτές τις προκλήσεις που καταπίνουν την ειρηνική συνύπαρξη και μοιράζουν μίσος υπό το πρόσχημα του πατριώτη, του νοικοκύρη, του καλού χριστιανού που είναι και τσαμπουκάς και διψάει για αίμα.

 

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ :  http://www.avgi.gr/article/10812/9203814/techne-phos-ratsismos-skotos   )

Χρόνος εργασίας και ελεύθερος χρόνος

Ο ελεύθερος χρόνος για την παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης, η ενασχόληση με διάφορα σπορ ή η επίσκεψη σε κάποιο μουσείο εξασφαλίζει στον εργαζόμενο πληρότητα, ικανοποίηση, σωματική και ψυχική ακμαιότητα για να επιστρέψει στην εργασία του με καλή διάθεση και νέες δυνάμεις

Του Πάνου Σκουρολιάκου *

Σε εποχές περασμένες συζητούσαμε για τον ελεύθερο χρόνο πέραν του χρόνου εργασίας, τον οποίο συνδέαμε με τον πολιτισμό. Με την κρίση που φορτωθήκαμε ως κράτος και κοινωνία, όλη αυτή η συζήτηση αποτελεί μια ανάμνηση που δεν ακουμπά την πραγματικότητα την οποία βιώνουμε.

Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα και με την Οκτωβριανή Επανάσταση μπήκαν τα θεμέλια της συζήτησης για την ανάγκη ύπαρξης δημιουργικού χρόνου των εργατών, πέρα από τον χρόνο της εργασίας. Ένας χρόνος που έπρεπε να καταναλώνεται δημιουργικά, φέρνοντας τους εργάτες σε επαφή με διάφορες μορφές τέχνης, σε πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες και δράσεις μόρφωσης και επιμόρφωσης. Μοντέλα της πιο πάνω κατεύθυνσης μπήκαν ως διεκδικήσεις των προοδευτικών και αριστερών εργαζομένων απέναντι στην αστική εξουσία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο επιτυγχάνοντας πολλές κατακτήσεις. Αλίμονο όμως. Εν μέσω εκατομμυρίων ανέργων σε παγκόσμια κλίμακα, κανείς δεν μιλά πια για τον ελεύθερο χρόνο όπως μιλάγαμε στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, κυρίως στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, αλλά και σε πολλές της αμερικανικής ηπείρου.

Στη σύγχρονη εποχή ο κύριος όγκος της εργασίας δεν προσδιορίζεται πια ως μία φυσική αναγκαιότητα, όπως είναι του αγρότη, του μικροεπαγγελματία, του εμπόρου κ.ο.κ. Δεν προκύπτει μέσα από κάποια θρησκευτική υποχρέωση ούτε ως κοινωνική συμμετοχή στην επιβίωση και πρόοδο της κοινότητας όπου εντάσσεται κάποιος. Τώρα η εργασία έχει συγκεκριμένο χώρο και χρόνο και προσδιορίζεται ως αναγκαία μορφή επιβίωσης, μιας και μεγάλα τμήματα του πληθυσμού δεν έχουν άλλα όπλα από τα χέρια τους ή τις γνώσεις και δεξιότητές τους. Η εργασία λοιπόν, ασχέτως της αγάπης του ανθρώπου γι’ αυτήν ως μέσο προόδου και καλυτέρευσης των συνθηκών διαβίωσης, είναι ένα συγκεκριμένο μέγεθος που καλύπτει μεγάλο μέρος της ζωής του ανθρώπου. Αναζητά λοιπόν ο εργαζόμενος και έναν άλλον χρόνο, έναν χρόνο ελευθερίας, όπου απαλλαγμένος από εργασιακές υποχρεώσεις θα μπορεί να απολαμβάνει κάποιες ώρες ξεκούρασης και δραστηριοτήτων πνευματικών ή άλλων, που τον ευχαριστούν και τον προάγουν. Ατομικά και κοινωνικά.

Ο ελεύθερος χρόνος για την παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης, η ενασχόληση με διάφορα σπορ ή η επίσκεψη σε κάποιο μουσείο εξασφαλίζει στον εργαζόμενο πληρότητα, ικανοποίηση, σωματική και ψυχική ακμαιότητα για να επιστρέψει στην εργασία του με καλή διάθεση και νέες δυνάμεις. Εδώ λοιπόν γίνεται ένας πόλεμος για την υποχώρηση του εργασιακού χρόνου προς όφελος του ελεύθερου. Αλλά και για την αύξηση της αμοιβής, ώστε να μπορεί ο εργαζόμενος να αξιοποιεί και να απολαμβάνει τον ελεύθερο χρόνο του. Αλήθεια είναι πως ο ελεύθερος χρόνος χωρίς οικονομική επάρκεια μπορεί να οδηγήσει σε δυσμενείς καταστάσεις. Παραβατικές συμπεριφορές για τους νέους, ανία, μοναξιά και θλίψη για τους μεγαλύτερους.

Οι κοινωνίες και οι κυβερνήσεις θα πρέπει λοιπόν να εξασφαλίζουν προσιτούς οικονομικά πολιτιστικούς, αθλητικούς και άλλους προορισμούς (ταξίδια, επιμόρφωση, χώρους κοινωνικοποίησης κ.λπ.) για τον ελεύθερο χρόνο των εργαζομένων, των νέων, της τρίτης ηλικίας, των ατόμων με ειδικές ανάγκες κ.ο.κ. Στα χρόνια της κρίσης η ίδια η κοινωνία βρήκε λύσεις και διεξόδους. Καλλιτέχνες και πολιτιστικοί οργανισμοί, κρατικά θέατρα αλλά και ιδιωτικά καθιέρωσαν φθηνό εισιτήριο για άνεργους και ηλικιωμένους. Το ίδιο και η Λυρική Σκηνή και πολλά άλλα ιδρύματα. Συναυλίες και εκθέσεις διοργανώθηκαν για την ενίσχυση κοινωνικών παντοπωλείων, ιατρείων κ.λπ.

Τώρα πια, που έχουμε μπροστά μας έναν δρόμο πιο βατό, τώρα που το εργασιακό τοπίο επανέρχεται σε κάποια κανονικότητα με την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, την όχι ακόμα ικανοποιητική, αλλά πάντως σταθερή μείωση της ανεργίας και μια σειρά από άλλες ελπιδοφόρες διευθετήσεις, πρέπει να τολμήσουμε. Να κρατήσουμε τις καλύτερες πρακτικές αλληλεγγύης από τα χρόνια των Μνημονίων και με όλους τους κοινωνικούς εταίρους να οργανώσουμε ένα εργασιακό τοπίο όπου οι εργαζόμενοι θα έχουν εργασία, θα γίνονται σεβαστά τα δικαιώματά τους και όπου θα υπάρχει και ο ελεύθερος χρόνος τους, που θα μπορεί να γεμίζει με δράσεις ποιοτικές και οικονομικά προσιτές στο μεγάλο μέρος των πολιτών. Γι’ αυτό θα πρέπει να υπάρχει συνέργεια ανάμεσα στους εργαζόμενους, τους εργοδότες, την κυβέρνηση και ακόμα την Τοπική Αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού.

Η μείωση της ανεργίας, ο χρόνος εργασίας και ο ελεύθερος χρόνος μπορούν να συνυπάρξουν για το καλό της κοινωνίας και της πατρίδας.

* Μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(πηγη : http://www.avgi.gr/article/10812/9148350/chronos-ergasias-kai-eleutheros-chronos#   )

 

Μίμοι σιωπηλοί ( Εφημ.ΑΥΓΗ 1 Σεπτ. 2018 )

WESTWOOD, CA -JULY 31: Mime Marcel Marceau performs at the Geffen Playhouse July 31, 2002 in Westwood, California (Photo by Michel Boutefeu/Getty Images)

Κλάδος της υποκριτικής και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περιοχή του Θεάτρου, είναι η «Μιμική» και το θέατρο των Μίμων. «Σιωπηλό Θέατρο» θα το λέγαμε, ή «βουβό θέατρο». Στις μέρες…

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

 Κλάδος της υποκριτικής και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περιοχή του Θεάτρου, είναι η «Μιμική» και το θέατρο των Μίμων. «Σιωπηλό Θέατρο» θα το λέγαμε, ή «βουβό θέατρο». Στις μέρες μας διακονείται με επιτυχία από σπουδαίους δημιουργούς του είδους, πάνω στην κατεύθυνση που χάραξε κατά τη σύγχρονη εποχή, ο Γάλλος Μαρσέλ Μαρσώ. Επηρεασμένος από τον Τσάρλυ Τσάπλιν, παρουσιάζει το 1946 το πρώτο του μιμόδραμα, ακολουθώντας τα ίχνη του «χαμινιού» και δημιουργώντας ένα δικό του πρόσωπο, τον κλόουν Μπιπ. Με την ίδρυση της δικής του σχολής, τη δεκαετία του ’70, εκπαίδευσε πολλούς ταλαντούχους μίμους, που εξέλιξαν το είδος του θεάτρου αυτού. Μας δίνουν παραστάσεις εξαιρετικής γοητείας, θεατρικά δρώμενα που απελευθερώνουν τη φαντασία και μιλούν βαθειά στην ψυχή του θεατή. Την ίδια εποχή, δρουν και άλλοι σπουδαίοι δάσκαλοι της μιμικής, όπως ο Ζακ Λεκόκ, που είχε ως επίκεντρο της παιδαγωγικής του μεθόδου τη μάσκα. Η Γαλλία λοιπόν, αυτά τα χρόνια έγινε το κέντρο της αναβίωσης και εξέλιξης μιας τέχνης πανάρχαιας.

Η αρχή, έγινε στην Αρχαία Ελλάδα. Η μιμώ, ήταν ο πίθηκος. Οι καλλιτέχνες μίμοι (που λειτουργούσαν σαν πίθηκοι δηλαδή), πρόσφεραν ένα θέαμα κατώτερο, που περιείχε σύντομες θεατρικές σκηνές της καθημερινής ζωής όπου στηλιτεύονταν τα κακά και ανάποδα του κοινού βίου. Αργότερα, κατά την Ελληνιστική εποχή, ο μίμος ταυτίσθηκε με τους πλάνητες γελωτοποιούς και θαυματοποιούς. Κάνοντας το πέρασμα της από το Βυζάντιο, πάλι ως θεατρικό είδος για τον όχλο η τέχνη του μίμου, δίνει στοιχεία της στην κατοπινή Κομέντια Ντελ Άρτε, για να σκαρφαλώσει στο τέλος του 19ου αιώνα και να εμφανισθεί πάλι, μέσω των «βωβών ταινιών». Κορυφαίος του είδους, ο Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης Μπάστερ Κήτον, που με την αγέλαστη έκφραση του και ταυτόχρονα με το εύκαμπτο σώμα του, κέρδισε την αγάπη του κοινού και καταγράφηκε ως ένας από τους επτά κορυφαίους σκηνοθέτες όλων των εποχών. Στη σημερινή εποχή, ένας από τους πιο σημαντικούς μίμους, θεωρείται ο Αργεντινός Pablo Zibes. Παρακολούθησε την σχολή Θεάτρου και στη συνέχεια αφιερώθηκε στην παντομίμα. Ταξιδεύοντας στον κόσμο και περνώντας από την Ευρώπη, έγινε «καλλιτέχνης του δρόμου», εμφανιζόμενος παράλληλα σε φεστιβάλ, τηλεοπτικές εκπομπές και άλλες διοργανώσεις.

Στη χώρα μας, όπου δημιουργούν αρκετοί μαθητές του Μαρσώ αλλά και του Λεκόκ, η μιμική αναπτύσσεται αργά, αλλά σταθερά, κερδίζοντας φανατικούς θαυμαστές. Διδάσκεται στις σχολές θεάτρου, χρησιμοποιείται σε ομάδες που έχουν ανάγκη να εκφρασθούν και να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους, την συναντούμε σε παραστάσεις – μιμοδράματα, και ακόμα η μιμική έρχεται αρωγός του «συμβατικού» θεάτρου, όταν το έργο, ή η σκηνοθεσία τη χρειάζεται.

Η τέχνη του μίμου είναι μια τέχνη επίπονη. Απαιτεί δυνατή εσωτερική αυτογνωσία, γερά νεύρα, φαντασία, τόλμη στο να εκφράζεται κανείς και πάνω από όλα, ισχυρό θεατρικό ένστικτο. Να «βλέπει» δηλαδή ο μίμος με τα μάτια του θεατρίνου, αυτά που θα δει με τα δικά του μάτια ο θεατής.

Ακολουθώντας κάποιος τον δρόμο του μίμου, ξέρει πως πρέπει να προετοιμάζεται μόνος του δουλεύοντας σκληρά , πως δεν θα του ανοίξουν τις πόρτες το σταρ σύστεμ και τα λαμπερά θέατρα, δεν θα γίνει πλούσιος όπως ένας ηθοποιός που παίζει σε μία επιτυχημένη σαπουνόπερα. Θα έχει όμως κατακτήσει την εσωτερική του ισορροπία και αν είναι καλός, θα έχει κατακτήσει και την ιδιαίτερη αγάπη του κοινού.

 

*Μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής.

(ΠΗΓΗ : http://www.avgi.gr/article/10971/9133766/mimoi-siopeloi   )