Τέχνη, φως, ρατσισμός – σκότος

Του Πάνου Σκουρολιάκου *

Στη χώρα μας όπως και σε όλη την Ευρώπη, σε όλον τον κόσμο, είμαστε πια αντιμέτωποι (ξανά και ξανά) με το απαίσιο πρόσωπο του ρατσισμού. Αυτό το πρόσωπο κυριαρχεί και επιτελεί χαιρέκακα το καταστροφικό του έργο. Kρύβεται όμως μπροστά στη συνειδητοποίηση των μαζών και την αντίδρασή τους. Αλίμονο όμως. Οι άνθρωποι ξεχνούν, και τότε αυτό το θανατηφόρο πρόσωπο κάνει ξανά την εμφάνιση του. Πολλές φορές, φορούν τη μάσκα του ρατσισμού τα παιδιά και τα εγγόνια εκείνων που σε προηγούμενες περιόδους υπέφεραν εξ αιτίας του.

Ο ρατσισμός άλλωστε είναι μια παλιά υπόθεση. Στην αρχαία Ελλάδα οι γυναίκες και οι δούλοι δεν ήταν θύματά του; Εδώ και χιλιάδες χρόνια, το σύστημα των καστών στην Ινδία δεν διαχωρίζει ρατσιστικά τους ανθρώπους με βάση την κοινωνική καταγωγή; Ο διωγμός των Εβραίων στην αρχαία Αίγυπτο δεν ήταν ένας πρωτόγονος αντι-ιουδαϊσμός, πρόδρομος του σημερινού αντισημιτισμού; Να σημειώσουμε τη ρατσιστική συμπεριφορά των αποίκων απέναντι στους γηγενείς πληθυσμούς μετά την ανακάλυψη της Αμερικής; Προχωρώντας η Ιστορία, φθάνει μέχρι τη ναζιστική Γερμανία, τον Χίτλερ και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά από μια ανάπαυλα κάποιων δεκαετιών, η Ευρώπη απειλείται ξανά από τον ρατσισμό. Με άλλοθι την ιστορική μετακίνηση πληθυσμών που εξ αιτίας πολέμων, πείνας και πολιτικών καταστάσεων φτάνουν στη γηραιά ήπειρο από Ασία και Αφρική, το αυγό του φιδιού εξαπέλυσε την καινούργια του εσοδεία. Μπήκε στα κοινοβούλια και επηρεάζει κυβερνήσεις. Αποφασιστικός χορηγός του, το μεγάλο κεφάλαιο και οι νεοφιλελεύθερες ιδέες και πολιτικές. Η «αυτοκρατορία του σκότους» επιτίθεται.

Ο ρατσισμός, ο φασισμός και η μισαλλοδοξία υποτιμούν την ανθρώπινη ύπαρξη. Απέναντί τους οι πολίτες οργανώνονται και αντιδρούν. Οι καλλιτεχνικοί δημιουργοί, έχουν ξεχωριστή θέση και υποχρέωση στον αγώνα ενάντια σε αυτά τα φαινόμενα. Η τέχνη απεχθάνεται τη βία, που είναι το μεγάλο όπλο του ρατσισμού. Δεν αποδέχεται την υποτίμηση του ανθρώπου και δεν επιτρέπει στον εαυτό της τον φόβο. Και αντιδρά, γεννώντας τα δημιουργήματά της απέναντι στη βαρβαρότητα. Οι καλλιτέχνες οφείλουν να δίνουν ανάσα, δύναμη και κουράγιο στους λαούς που πολεμούν το φίδι.

Έχουν υποχρέωση οι δημιουργοί που σέβονται την ανθρώπινη ύπαρξη, που τιμούν τον πολιτισμό εντός του οποίου παράγουν το έργο τους, να δώσουν έργα – απαντήσεις στις ρατσιστικές απόψεις και την πρακτική τους. Βεβαίως, το θέμα από μόνο του δεν γεννά τα μεγάλα έργα. Μπορεί να τα εμπνέει. Αλλά ανάγκη υπάρχει για αυθεντικά ταλέντα που θα δώσουν δημιουργική πνοή στο θέμα. Να θυμηθούμε τον μεγάλο Γερμανό συγγραφέα Πέτερ Βάις, που ταλαιπωρημένος κι ο ίδιος από τον ναζισμό στην πατρίδα του μας έδωσε εκτός των άλλων και το σπουδαίο θεατρικό έργο «Ανάκριση». Υλικό του, τα πρακτικά της δίκης της Νυρεμβέργης, όπου δικάστηκαν οι ναζί εγκληματίες πολέμου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Βάις είχε να αντιμετωπίσει τρείς μεγάλες δυσκολίες. Να είναι πιστός στο ιστορικό γεγονός, να σεβαστεί μέχρι κεραίας τα πρακτικά και, τέλος, να κάνει ένα έργο τέχνης που θα έχει όλα εκείνα τα χαρίσματα του θεατρικού έργου που εμπνέει τους ανθρώπους του θεάτρου και συναρπάζει τους θεατές. Τα κατάφερε. Και η «Ανάκριση» μαζί με την «Γκερνίκα» του Πικάσο και τον «Μεγάλο Δικτάτορα» του Τσάρλι Τσάπλιν αποτελούν τρία κορυφαία δείγματα έργων τέχνης που πολέμησαν περισσότερο από χιλιάδες πολιτικές ομιλίες τον ρατσισμό, τον φασισμό και τη μισαλλοδοξία.

Στην πατρίδα μας, οι δικτατορίες, οι φυλακές και τα ξερονήσια ενέπνευσαν σπουδαίους δημιουργούς. Ρίτσος, Βάσω Κατράκη, Κούνδουρος και άλλοι πολλοί. Μας έδωσαν έργα που εμψύχωσαν τον λαό μας σε εποχές δύσκολες, σε περιόδους σκότους, και έφεραν το φως τους έως το σήμερα. Το φως που θα νικάει πάντα το σκοτάδι και οι υπάνθρωποι ρατσιστές θα φοβούνται πάντα την ξεχωριστή δύναμή του.

Οι Έλληνες δημιουργοί έχουν τη δική τους ευθύνη. Υπάρχουν ήδη σκόρπιες απόπειρες και καταθέσεις. Ένα ποτάμι χρειάζεται. Μια συσπείρωση δυνάμεων, φωνών, οραμάτων που θα απαντήσει σήμερα σε όλες αυτές τις προκλήσεις που καταπίνουν την ειρηνική συνύπαρξη και μοιράζουν μίσος υπό το πρόσχημα του πατριώτη, του νοικοκύρη, του καλού χριστιανού που είναι και τσαμπουκάς και διψάει για αίμα.

 

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ :  http://www.avgi.gr/article/10812/9203814/techne-phos-ratsismos-skotos   )

Χρόνος εργασίας και ελεύθερος χρόνος

Ο ελεύθερος χρόνος για την παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης, η ενασχόληση με διάφορα σπορ ή η επίσκεψη σε κάποιο μουσείο εξασφαλίζει στον εργαζόμενο πληρότητα, ικανοποίηση, σωματική και ψυχική ακμαιότητα για να επιστρέψει στην εργασία του με καλή διάθεση και νέες δυνάμεις

Του Πάνου Σκουρολιάκου *

Σε εποχές περασμένες συζητούσαμε για τον ελεύθερο χρόνο πέραν του χρόνου εργασίας, τον οποίο συνδέαμε με τον πολιτισμό. Με την κρίση που φορτωθήκαμε ως κράτος και κοινωνία, όλη αυτή η συζήτηση αποτελεί μια ανάμνηση που δεν ακουμπά την πραγματικότητα την οποία βιώνουμε.

Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα και με την Οκτωβριανή Επανάσταση μπήκαν τα θεμέλια της συζήτησης για την ανάγκη ύπαρξης δημιουργικού χρόνου των εργατών, πέρα από τον χρόνο της εργασίας. Ένας χρόνος που έπρεπε να καταναλώνεται δημιουργικά, φέρνοντας τους εργάτες σε επαφή με διάφορες μορφές τέχνης, σε πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες και δράσεις μόρφωσης και επιμόρφωσης. Μοντέλα της πιο πάνω κατεύθυνσης μπήκαν ως διεκδικήσεις των προοδευτικών και αριστερών εργαζομένων απέναντι στην αστική εξουσία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο επιτυγχάνοντας πολλές κατακτήσεις. Αλίμονο όμως. Εν μέσω εκατομμυρίων ανέργων σε παγκόσμια κλίμακα, κανείς δεν μιλά πια για τον ελεύθερο χρόνο όπως μιλάγαμε στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, κυρίως στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, αλλά και σε πολλές της αμερικανικής ηπείρου.

Στη σύγχρονη εποχή ο κύριος όγκος της εργασίας δεν προσδιορίζεται πια ως μία φυσική αναγκαιότητα, όπως είναι του αγρότη, του μικροεπαγγελματία, του εμπόρου κ.ο.κ. Δεν προκύπτει μέσα από κάποια θρησκευτική υποχρέωση ούτε ως κοινωνική συμμετοχή στην επιβίωση και πρόοδο της κοινότητας όπου εντάσσεται κάποιος. Τώρα η εργασία έχει συγκεκριμένο χώρο και χρόνο και προσδιορίζεται ως αναγκαία μορφή επιβίωσης, μιας και μεγάλα τμήματα του πληθυσμού δεν έχουν άλλα όπλα από τα χέρια τους ή τις γνώσεις και δεξιότητές τους. Η εργασία λοιπόν, ασχέτως της αγάπης του ανθρώπου γι’ αυτήν ως μέσο προόδου και καλυτέρευσης των συνθηκών διαβίωσης, είναι ένα συγκεκριμένο μέγεθος που καλύπτει μεγάλο μέρος της ζωής του ανθρώπου. Αναζητά λοιπόν ο εργαζόμενος και έναν άλλον χρόνο, έναν χρόνο ελευθερίας, όπου απαλλαγμένος από εργασιακές υποχρεώσεις θα μπορεί να απολαμβάνει κάποιες ώρες ξεκούρασης και δραστηριοτήτων πνευματικών ή άλλων, που τον ευχαριστούν και τον προάγουν. Ατομικά και κοινωνικά.

Ο ελεύθερος χρόνος για την παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης, η ενασχόληση με διάφορα σπορ ή η επίσκεψη σε κάποιο μουσείο εξασφαλίζει στον εργαζόμενο πληρότητα, ικανοποίηση, σωματική και ψυχική ακμαιότητα για να επιστρέψει στην εργασία του με καλή διάθεση και νέες δυνάμεις. Εδώ λοιπόν γίνεται ένας πόλεμος για την υποχώρηση του εργασιακού χρόνου προς όφελος του ελεύθερου. Αλλά και για την αύξηση της αμοιβής, ώστε να μπορεί ο εργαζόμενος να αξιοποιεί και να απολαμβάνει τον ελεύθερο χρόνο του. Αλήθεια είναι πως ο ελεύθερος χρόνος χωρίς οικονομική επάρκεια μπορεί να οδηγήσει σε δυσμενείς καταστάσεις. Παραβατικές συμπεριφορές για τους νέους, ανία, μοναξιά και θλίψη για τους μεγαλύτερους.

Οι κοινωνίες και οι κυβερνήσεις θα πρέπει λοιπόν να εξασφαλίζουν προσιτούς οικονομικά πολιτιστικούς, αθλητικούς και άλλους προορισμούς (ταξίδια, επιμόρφωση, χώρους κοινωνικοποίησης κ.λπ.) για τον ελεύθερο χρόνο των εργαζομένων, των νέων, της τρίτης ηλικίας, των ατόμων με ειδικές ανάγκες κ.ο.κ. Στα χρόνια της κρίσης η ίδια η κοινωνία βρήκε λύσεις και διεξόδους. Καλλιτέχνες και πολιτιστικοί οργανισμοί, κρατικά θέατρα αλλά και ιδιωτικά καθιέρωσαν φθηνό εισιτήριο για άνεργους και ηλικιωμένους. Το ίδιο και η Λυρική Σκηνή και πολλά άλλα ιδρύματα. Συναυλίες και εκθέσεις διοργανώθηκαν για την ενίσχυση κοινωνικών παντοπωλείων, ιατρείων κ.λπ.

Τώρα πια, που έχουμε μπροστά μας έναν δρόμο πιο βατό, τώρα που το εργασιακό τοπίο επανέρχεται σε κάποια κανονικότητα με την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, την όχι ακόμα ικανοποιητική, αλλά πάντως σταθερή μείωση της ανεργίας και μια σειρά από άλλες ελπιδοφόρες διευθετήσεις, πρέπει να τολμήσουμε. Να κρατήσουμε τις καλύτερες πρακτικές αλληλεγγύης από τα χρόνια των Μνημονίων και με όλους τους κοινωνικούς εταίρους να οργανώσουμε ένα εργασιακό τοπίο όπου οι εργαζόμενοι θα έχουν εργασία, θα γίνονται σεβαστά τα δικαιώματά τους και όπου θα υπάρχει και ο ελεύθερος χρόνος τους, που θα μπορεί να γεμίζει με δράσεις ποιοτικές και οικονομικά προσιτές στο μεγάλο μέρος των πολιτών. Γι’ αυτό θα πρέπει να υπάρχει συνέργεια ανάμεσα στους εργαζόμενους, τους εργοδότες, την κυβέρνηση και ακόμα την Τοπική Αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού.

Η μείωση της ανεργίας, ο χρόνος εργασίας και ο ελεύθερος χρόνος μπορούν να συνυπάρξουν για το καλό της κοινωνίας και της πατρίδας.

* Μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(πηγη : http://www.avgi.gr/article/10812/9148350/chronos-ergasias-kai-eleutheros-chronos#   )

 

Μίμοι σιωπηλοί ( Εφημ.ΑΥΓΗ 1 Σεπτ. 2018 )

WESTWOOD, CA -JULY 31: Mime Marcel Marceau performs at the Geffen Playhouse July 31, 2002 in Westwood, California (Photo by Michel Boutefeu/Getty Images)

Κλάδος της υποκριτικής και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περιοχή του Θεάτρου, είναι η «Μιμική» και το θέατρο των Μίμων. «Σιωπηλό Θέατρο» θα το λέγαμε, ή «βουβό θέατρο». Στις μέρες…

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

 Κλάδος της υποκριτικής και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περιοχή του Θεάτρου, είναι η «Μιμική» και το θέατρο των Μίμων. «Σιωπηλό Θέατρο» θα το λέγαμε, ή «βουβό θέατρο». Στις μέρες μας διακονείται με επιτυχία από σπουδαίους δημιουργούς του είδους, πάνω στην κατεύθυνση που χάραξε κατά τη σύγχρονη εποχή, ο Γάλλος Μαρσέλ Μαρσώ. Επηρεασμένος από τον Τσάρλυ Τσάπλιν, παρουσιάζει το 1946 το πρώτο του μιμόδραμα, ακολουθώντας τα ίχνη του «χαμινιού» και δημιουργώντας ένα δικό του πρόσωπο, τον κλόουν Μπιπ. Με την ίδρυση της δικής του σχολής, τη δεκαετία του ’70, εκπαίδευσε πολλούς ταλαντούχους μίμους, που εξέλιξαν το είδος του θεάτρου αυτού. Μας δίνουν παραστάσεις εξαιρετικής γοητείας, θεατρικά δρώμενα που απελευθερώνουν τη φαντασία και μιλούν βαθειά στην ψυχή του θεατή. Την ίδια εποχή, δρουν και άλλοι σπουδαίοι δάσκαλοι της μιμικής, όπως ο Ζακ Λεκόκ, που είχε ως επίκεντρο της παιδαγωγικής του μεθόδου τη μάσκα. Η Γαλλία λοιπόν, αυτά τα χρόνια έγινε το κέντρο της αναβίωσης και εξέλιξης μιας τέχνης πανάρχαιας.

Η αρχή, έγινε στην Αρχαία Ελλάδα. Η μιμώ, ήταν ο πίθηκος. Οι καλλιτέχνες μίμοι (που λειτουργούσαν σαν πίθηκοι δηλαδή), πρόσφεραν ένα θέαμα κατώτερο, που περιείχε σύντομες θεατρικές σκηνές της καθημερινής ζωής όπου στηλιτεύονταν τα κακά και ανάποδα του κοινού βίου. Αργότερα, κατά την Ελληνιστική εποχή, ο μίμος ταυτίσθηκε με τους πλάνητες γελωτοποιούς και θαυματοποιούς. Κάνοντας το πέρασμα της από το Βυζάντιο, πάλι ως θεατρικό είδος για τον όχλο η τέχνη του μίμου, δίνει στοιχεία της στην κατοπινή Κομέντια Ντελ Άρτε, για να σκαρφαλώσει στο τέλος του 19ου αιώνα και να εμφανισθεί πάλι, μέσω των «βωβών ταινιών». Κορυφαίος του είδους, ο Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης Μπάστερ Κήτον, που με την αγέλαστη έκφραση του και ταυτόχρονα με το εύκαμπτο σώμα του, κέρδισε την αγάπη του κοινού και καταγράφηκε ως ένας από τους επτά κορυφαίους σκηνοθέτες όλων των εποχών. Στη σημερινή εποχή, ένας από τους πιο σημαντικούς μίμους, θεωρείται ο Αργεντινός Pablo Zibes. Παρακολούθησε την σχολή Θεάτρου και στη συνέχεια αφιερώθηκε στην παντομίμα. Ταξιδεύοντας στον κόσμο και περνώντας από την Ευρώπη, έγινε «καλλιτέχνης του δρόμου», εμφανιζόμενος παράλληλα σε φεστιβάλ, τηλεοπτικές εκπομπές και άλλες διοργανώσεις.

Στη χώρα μας, όπου δημιουργούν αρκετοί μαθητές του Μαρσώ αλλά και του Λεκόκ, η μιμική αναπτύσσεται αργά, αλλά σταθερά, κερδίζοντας φανατικούς θαυμαστές. Διδάσκεται στις σχολές θεάτρου, χρησιμοποιείται σε ομάδες που έχουν ανάγκη να εκφρασθούν και να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους, την συναντούμε σε παραστάσεις – μιμοδράματα, και ακόμα η μιμική έρχεται αρωγός του «συμβατικού» θεάτρου, όταν το έργο, ή η σκηνοθεσία τη χρειάζεται.

Η τέχνη του μίμου είναι μια τέχνη επίπονη. Απαιτεί δυνατή εσωτερική αυτογνωσία, γερά νεύρα, φαντασία, τόλμη στο να εκφράζεται κανείς και πάνω από όλα, ισχυρό θεατρικό ένστικτο. Να «βλέπει» δηλαδή ο μίμος με τα μάτια του θεατρίνου, αυτά που θα δει με τα δικά του μάτια ο θεατής.

Ακολουθώντας κάποιος τον δρόμο του μίμου, ξέρει πως πρέπει να προετοιμάζεται μόνος του δουλεύοντας σκληρά , πως δεν θα του ανοίξουν τις πόρτες το σταρ σύστεμ και τα λαμπερά θέατρα, δεν θα γίνει πλούσιος όπως ένας ηθοποιός που παίζει σε μία επιτυχημένη σαπουνόπερα. Θα έχει όμως κατακτήσει την εσωτερική του ισορροπία και αν είναι καλός, θα έχει κατακτήσει και την ιδιαίτερη αγάπη του κοινού.

 

*Μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής.

(ΠΗΓΗ : http://www.avgi.gr/article/10971/9133766/mimoi-siopeloi   )

EΚΔΡΟΜΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟ

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Ποιος είπε ότι οι ποιητές είναι βαρετοί στις εκδρομές; Ότι πλήττεις ταξιδεύοντας μαζί τους; Σας  βεβαιώ  πως  το ταξίδι με τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο, είναι πραγματικά υπέροχο.   Αναφέρομαι στην  επιλογή από το συνολικό έργο του:  «Ποιήματα 1968-2010» (Εκδόσεις «Κέδρος»).  Δεν μιλώ βεβαίως ως βιβλιοκριτικός, αλλά μόνον ως συνταξιδιώτης.

 Ο Γ.Μ., έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, ένα πεζό, τέσσερα δοκίμια, και άλλα δύο βιβλία  για   ποιήματα και ποιητές. Το 1996 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου,  το 1999 και το 2011  το Κρατικό Βραβείο Ποίησης,  ενώ το 2011 πάλι,  τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη για το σύνολο του έργου του.

  Η εκδρομή ξεκίνησε το 1974, και τίποτα από όλα  αυτά δεν είχε συμβεί τότε. Ο Μαρκόπουλος  ήταν ένας φοιτητής της Ανωτάτης Βιομηχανικής του Πειραιά, που είχε εκδώσει εν μέσω  δικτατορίας και  μεταπολίτευσης δύο ελπιδοφόρες  ποιητικές συλλογές. Τον συνάντησα στο  Θεατρικό Τμήμα της  ΑΣΟΕΕ    όπου φοιτούσα.  Πειραματιζόμασταν  αυτοσχεδιάζοντας  πάνω σε μονόπρακτα του εικονοκλάστη συγγραφέα  Γιώργου Μανιώτη. Δυστυχώς το Θεατρικό μας δεν  ευτύχησε. Διαλυθήκαμε, αλλά εγώ είχα αποκτήσει έναν φίλο με τον οποίο συζητούσαμε στα παγκάκια του Πεδίου του Άρεως και της πλατείας Βικτωρίας όπου ο Γιώργος από τότε και έως σήμερα κατοικεί.

 Τα ποιήματά του τα διέκρινε  πάντα  ένα υψηλότατο γούστο,  και  μια χυμώδης  λαϊκότητα ταυτόχρονα. Αντλούσε το υλικό του και μιλούσε  για πράγματα κοινά και  καθημερινά,  χωρίς να υποχωρεί χάριν κάποιας αναγνωσιμότητας  ή αναγνώρισης.

  Γεννήθηκε στην Μεσσήνη της Πελοποννήσου. Και φέρει  υπερηφάνως την καταγωγή του. Στο ποίημα «Ζιγκουάλα – Αθήνα»  με νωπές τις μνήμες της μετεμφυλιακής εποχής,  γράφει «… κουκουλοφόροι και ραβδάτορες της τρισενδόξου Μεσσηνίας». Η οικογένειά του  έρχεται στην Αθήνα. «Αθήνα, πόλη επική και χαμένη./ Εκείνοι που παίρνουν βιαστικοί/το τελευταίο τραίνο της νύχτας σου / έχουν μια θλίψη στα μάτια. / Κάνουν πρωτοχρονιά στους δρόμους» . Μιλάει και για τον πατέρα, που επιστρέφει πολλές φορές στο έργο του. Ο κύριος Παναγιώτης. Ένας γλυκύτατος πράος άνθρωπος που στη Μεσσήνη, έπαιζε στην φιλαρμονική τζένις. Ένα αθώο, ταπεινό πνευστό… «Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή να φτιάξει ένα σπίτι./ Απογεύματα, γιορτές στο κουζινάκι/ χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο».  Κρύφτηκε  λοιπόν στις πολυκατοικίες του κέντρου των Αθηνών η οικογένεια, για να περάσει απαρατήρητη. Να όμως που τα γεννήματα αυτών των χρόνων έδωσαν ποιήματα ακριβά και αγαπημένα  στους φίλους της ποίησης. Είναι  η εποχή της συλλογής  «Οι Πυροτεχνουργοί» που εκδόθηκε από το «Τραμ» της Θεσσαλονίκης. Ένα τόσο δα  βιβλιαράκι, που μας κατέκτησε! Καμαρώσαμε οι φίλοι όταν έγκυρες εφημερίδες στον  απολογισμό της πρωτοχρονιάς, το είχαν ανάμεσα στα σημαντικά της ποιητικής συγκομιδής της χρονιάς που πέρασε!

 Μετά ο Γιώργης είχε όλες τις ευκαιρίες να πορευτεί σε πιο άνετους δρόμους.   Πολλοί ομότεχνοί του το έκαναν. Βολεύτηκαν σε θέσεις κι αξιώματα,  εκποιώντας την ποιητική τους προίκα. Ο Μαρκόπουλος έγινε ένας απλός δημόσιος υπάλληλος, παρέμεινε στη γειτονιά του, κυκλοφορούσε   στη λαϊκή αγορά και στου «Φινόπουλου» για ένα ποτό «Διάφορο», κράτησε φιλίες, τίμησε τους ομότεχνους, και είχε λατρεία με τους «Ποιητές που πέθαναν άγνωστοι» όπως  λέει  κι ό ίδιος.

 Στην «Ιστορία του ξένου και της λυπημένης» πάντα στη  δική  του  περιοχή αισθητικά, σκαλίζει τις σχέσεις του με τους ανθρώπους. Νομίζω πως εδώ η γυναίκα κυριαρχεί: «Ήταν κρυφά δακρυσμένη με το στήθος της γυμνό / και τα μαλλιά της λυμένα». Και στην ίδια συλλογή , η «Ωδή στον παίκτη της ΑΕΚ και  της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου»: «Θα  υμνήσω γιατί το παιδί αυτό/…/ … παρά την υπεροψία της νεότητάς του / εκράτησε ενός λεπτού στα μυστικά  σιγή/  για όσους βετεράνους δεν επέτυχαν το γκολ σε κρίσιμη στιγμή».

Είναι η εποχή που ο Γιώργος  με εμψυχώνει να μη φοβηθώ τις επαγγελματικές προκλήσεις στο θεατρικό σανίδι, αρκεί να κρατήσω την αθωότητα της νιότης.  Μιλάγαμε ώρες  όχι στα παγκάκια πια, αλλά στα τηλέφωνα ανάμεσα στις ασχολίες μας. Και μαζί ο αξέχαστος και ακριβός κοινός μας φίλος ποιητής Γιάννης Βαρβέρης.

 Ακολουθεί η συλλογή «Μη σκεπάζεις το ποτάμι».  Πλάι στη γνώριμη  θεματολογία του, συνυπάρχει και  μια σειρά ποιητικών επιστολών προς τον ποιητή Δ. Π. Παπαδίτσα τον οποίο ο Γιώργος αγαπούσε και θαύμαζε πάντα. Και ακόμα, μια σειρά πεζά ποιήματα, όπου εδώ ο ποιητής στ αλήθεια απογειώνει την τέχνη του!

 Στον «Κρυφό Κυνηγό» η ουσία επιβάλλεται στις χειμαρρώδεις ευαισθησίες  και καταγράφεται  μια περιπέτεια που είχε με την υγεία του ο ποιητής. Με αξιοπρέπεια, ψυχραιμία, ματιά που φτάνει στο μεδούλι των πραγμάτων.

 Ο Γιώργος Μαρκόπουλος  είναι πάντα παρών, δημιουργικός και αισιόδοξος. Ως «Βικτωριανός» (κάτοικος της ομώνυμης πλατείας δηλαδή) κινείται εκεί γύρω για να γυρίσει γρήγορα στο σπίτι του όπου δίνει μάχες με τις λέξεις, τις αναμνήσεις, τα οράματα, τους φίλους που συνομιλεί στο τηλέφωνο, ή τους άλλους που φύγανε, και που τους συναντά σε  διαστάσεις που μόνο οι ποιητές  γνωρίζουν.

 Αν διαβάσει κανείς  τα «Ποιήματα 1968-2010» , το πιο πιθανό είναι να μην συναντήσει σε αυτά τίποτα από όσα έγραψα πιο πάνω. Ένα είναι σίγουρο. Θα ξεκλειδώσει δικούς του κόσμους και θα κάνει τη δική του εκδρομή, όπως αυτή  που κάνω και εγώ βαδίζοντας πλάι στα ποιήματα αυτά,  σαράντα χρόνια τώρα…

(Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ).

*Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής.

ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΧΑΡΝΩΝ

 

Γράφει ο Πάνος Σκουρολιάκος*

Ένα θέατρο από τα βάθη του χρόνου και μόλις λίγο κάτω από την επιφάνεια της Μενιδιάτικης γης, αποκαλύπτεται στο Μενίδι, τις ιστορικές Αχαρνές! Η χαρά και η συγκίνηση, δεν αφορά μόνον τη συντεχνία του Θεάτρου στην οποία έχω την τιμή να ανήκω, αλλά και όλους τους Έλληνες,  όλη την ανθρωπότητα  που κληρονόμησε το πνεύμα και τις   κατακτήσεις  του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού.

 Η  αποκάλυψη αυτού του θεάτρου, έγινε τον Φεβρουάριο του 2007. Ο χρόνος όμως για την προώθηση μιας τέτοιας υπόθεσης είναι πάντα μακρύς. Επί τέλους ήρθε η ώρα που Υπουργείο Πολιτισμού και Δήμος Αχαρνών κινούν τις διαδικασίες ώστε να οργανωθεί η ανάδειξη και η αποκατάσταση του θεάτρου. Αυτή τη στιγμή, ένα μικρό μόνον μέρος έχει αποκαλυφθεί. Ήρθε στο φως τυχαία, κατά την θεμελίωση μιας οικοδομής. Έχει ήδη αποκαλυφθεί μια ολόκληρη κερκίδα πλάτους 5μ. δυτικά και 22 μ. ανατολικά με 10 σειρές καθισμάτων σε ημικυκλική διάταξη. Πολλά συμπεράσματα εξάγουν οι αρχαιολόγοι από αυτή την αποκάλυψη. Κατ΄ αρχήν ταυτοποίησαν το κέντρο της αρχαίας πόλης. Είναι διαχρονικά στο ίδιο σημείο, κατατάσσοντας τις Αχαρνές μεταξύ των ελαχίστων πόλεων που κατοικούνται επί χιλιάδες έτη αδιαλείπτως. Υπήρχαν ήδη από παλιότερα, πληροφορίες για την ύπαρξη του θεάτρου από δύο επιγραφές του β΄ μισού του τέταρτου αιώνα π.Χ.  Ο  Αριστοφάνης, γράφει την κοσμαγάπητη  κωμωδία του «Αχαρνείς» το 475 π. Χ. Παίχθηκε στα Λήναια και πήρε το πρώτο βραβείο. Αποκλείεται να ανέβηκε ξανά ως επιτυχία έχουσα σχέση με την πόλη,  στο υπό ανάδειξη θέατρο; Είναι σίγουρο πως οι αρχαίοι κάτοικοι των Αχαρνών θα αναγνώρισαν σε αυτό τους εαυτούς τους και θα είδαν δραματοποιημένα τα σημαντικά προβλήματα του καιρού τους. Στους «Αχαρνείς» ο Αριστοφάνης παρουσιάζει έναν χορό γέρων Αχαρνέων, που επιτίθεται στον Αθηναίο Δικαιόπολη, ο οποίος κουρασμένος από τον πολυετή πόλεμο με τους πελοποννησίους , ζητά να κλείσει ιδιωτική ειρήνη. Η πυκνοκατοικημένη πόλη των Αχαρνών, είχε καταστραφεί από την πρώτη πελοποννησιακή εισβολή και οι κάτοικοί της, ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν τον πόλεμο αντιποίνων έως την τελική νίκη. Κάτω από τα λόγια του κωμικού συγγραφέα, υπάρχουν πολλά που αφορούσαν την επικαιρότητα, και τα οποία  αποκωδικοποιούσαν οι θεατές εκείνης της εποχής. Στοιχεία που δεν μπορούν να «διαβαστούν» από τον σύγχρονο θεατή. Έχει ενδιαφέρον όμως να δει κανείς  σε αυτή την κωμωδία και το πως παρελαύνουν οι γείτονες του ευρύτερου χώρου με τους οποίους γειτνιάζει η περιοχή των Αχαρνών. Βοιωτοί,  Μεγαρείς, Αθηναίοι. Ακόμη, στο ίδιο έργο σημειώνεται και η στρατηγική θέση της πόλης των Αχαρνών. Σε κάποιο σημείο της εξέλιξης της κωμωδίας έρχεται απεσταλμένος από  τον  στρατηγό Λάμαχο που φέρνει διαταγή από το συμβούλιο των στρατηγών, πως πρέπει να φυλαχθούν τα χιονισμένα περάσματα της Πάρνηθας ώστε να αποτραπεί ενδεχόμενη επιδρομή των Βοιωτών.

 Στην εποχή της οικονομικής στενότητας την οποία βιώνουμε, ανάγκη ζωής είναι η προβολή και η διατήρηση των εθνικών μας θησαυρών, όπως είναι ένα αρχαίο θέατρο  σε μια περιοχή με τόσο μεγάλη ιστορία. Απαιτούνται χρήματα για  μελέτες, για αντισταθμιστικά οφέλη που πρέπει να δοθούν στους κατοίκους και ακόμα  ένας σχεδιασμός που θα συνοδεύσει το εγχείρημα σε αρκετό βάθος χρόνου. Θυμάμαι την περίπτωση του αρχαίου θεάτρου στο κέντρο της Λάρισας. Το 1983 είχε αποκαλυφθεί  ένα πολύ μικρό μέρος, στον πιο κεντρικό εμπορικό δρόμο της πόλης. Πάνω του χτισμένα καταστήματα, εργαστήρια, σπίτια,  αποθήκες. Απαλλοτριώθηκαν σιγά σιγά, έγινε έργο υπεύθυνο και αυτή τη στιγμή, ολόκληρο το θέατρο έχει αναδειχθεί, έτοιμο να δεχθεί στην ορχήστρα και στις κερκίδες του θεατρίνους και θεατρόφιλους.

 Είθε ο Διόνυσος, ο θεός του θεάτρου να λειτουργήσει ξανά σε έναν παλιό ναό του, μετά την αποκάλυψή του, στις Αχαρνές του  εικοστού πρώτου αιώνα. Είθε το Αρχαίο Θέατρο των Αχαρνών, να έρθει στο φως  και να αποκατασταθεί στην πραγματική διάστασή του, το συντομότερο δυνατό!

(Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ)

 Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ, βουλευτής Περιφέρειας Αττικής.

ΑΠΟ ΤΟ ΣΑΝΙΔΙ ΣΤΟ ΒΙΝΥΛΙΟ

Γράφει ο Πάνος Σκουρολιάκος*

  Η  μεταγραφή θεατρικού υλικού από τον φυσικό του χώρο, δηλαδή το σανίδι της σκηνής σε άλλες μορφές, είναι μια παλιά υπόθεση. Πριν γίνει εύκολη η καταγραφή της εικόνας,  διασώθηκαν ηχητικά, πάρα πολλά διαμάντια του θεατρικού λόγου, αλλά και των τραγουδιών και της μουσικής που αποτελούσαν οργανικό  μέρος των  παραστάσεων.

 Το είδος της μουσικής και των  τραγουδιών  αυτών,  έρχονται  από την εποχή της δημιουργίας του νεώτερου Ελληνικού κράτους. Με την  γέννηση της  «ευρωπαϊκής» ελληνικής μουσικής, σε αντιδιαστολή με την  παραδοσιακή μουσική και το δημοτικό τραγούδι. Θεατρική τους αφετηρία, το κωμειδύλλιο που ήταν μια   ψεύτικη  θεατρική «ελληνικότητα». Είναι οι πρώτες απόπειρες καλλιέπειας της συλλογικής μας  εικόνας. Τα ήθη, οι μουσικές, οι συμπεριφορές, δεν παρουσιάζονται όπως πραγματικά είναι, αλλά όπως τα ήθελαν οι δημιουργοί τους, επί τω ευρωπαϊκότερον! Απόηχος αυτής της τάσης, είναι κάποιες παλιές ελληνικές ταινίας «φουστανέλας» όπου αυτή η καλλιέπεια υπάρχει στο λόγο, στο ντεκόρ, στα ήθη που αναπαριστώνται, ακόμα και στη μουσική. Βλέπουμε να χορεύουν οι ήρωες της ταινίας στο πανηγύρι του χωριού με τις κάτασπρες φουστανέλες τους, και αυτό που ακούμε είναι πολλές φορές  τσάμικα και καλαματιανά, παιγμένα από  ευρωπαϊκή ορχήστρα με  την ανάλογη μουσική αισθητική. Παρ όλα αυτά, πολλά τραγούδια των κωμειδυλλίων,  έγιναν στην εποχή τους  λαϊκά σουξέ!

 Την  σκυτάλη παίρνει στη συνέχεια η Επιθεώρηση. Εδώ, η καριέρα των τραγουδιών ήταν σίγουρη, αν και αυτά είχαν τη δύναμη να αγγίξουν την ψυχή και τα γούστα του κοινού. ! Σπουδαίοι συνθέτες και στιχουργοί – επιθεωρησιογράφοι έχτισαν μια μεγάλη και κραταιά παράδοση. Από τον Μπάμπη Άννινο και τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη, έως τον Αλέκο Σακελάριο και τον Μάνο Χατζιδάκη. 

 Τα τραγούδια της επιθεώρησης, σε πάμπολλες περιπτώσεις  συνέχιζαν την «καριέρα» τους αυτοτελώς. Γίνονταν σουξέ και γρήγορα ξεχνιόταν   η αφετηρία τους. Ποιος θυμάται ας πούμε,  ότι το κοσμαγάπητο τραγούδι  «Παναγιά μου ένα παιδί»  των Δημήτρη Γιαννουκάκη και Γιώργου Μουζάκη, γράφτηκε για ένα επιθεωρησιακό νούμερο όπου το παιδί που είναι «δέκα τόνους πετιμέζι τα χειλάκια του»,  είναι ο Νίκος  Ρίζος. Βλέποντας   την Ζωζώ Σαπουτζάκη  επί  σκηνής να λιώνει για τον  εθνικό μας κοντό, το κοινό γέλαγε με την ψυχή του. Αλλά μιας και το θέατρο ήταν όπως είπαμε  η αφετηρία  να γίνουν γνωστά τα τραγούδια  στο διάβα του χρόνου, ακούει κανείς το τραγούδι και το απολαμβάνει αλλιώς, χωρίς να  υποψιάζεται καν την κωμική του αρχική διάσταση.

  Στις αρχές του 20ου αιώνα, πολλοί ηθοποιοί ήταν τόσο αγαπητοί στο κοινό, που παρ όλες τις περιοδείες τους ανά την Ελλάδα, δεν μπορούσαν να καλύψουν τις απαιτήσεις του κοινού για ζωντανή επαφή με την τέχνη τους. Γραμμοφωνούσαν λοιπόν σε πλάκες των 78 στροφών,  νούμερα και τραγούδια επιθεώρησης. Ένας από τους πιο  διάσημους και για την θεατρική τους δισκογραφία ήταν ο Κυριάκος Μαυρέας. Ακόμα ο Πέτρος Κυριακός, η Ντόρα Λαζαρίδου, ο Βασίλης Μεσολογγίτης.

 Το ραδιόφωνο, στα κατοπινά χρόνια, διέσωσε μεγάλο υλικό τραγουδιών και κειμένων της επιθεώρησης. Ένα μέρος του μεταφέρθηκε στο βινύλιο, κατόπιν σε ψηφιακούς δίσκους και βέβαια υπάρχει αρκετό υλικό και στο διαδίκτυο.  Ηθοποιοί της  δεκαετίας του ΄50 συμμετέχουν σε αυτή την καταγραφή, όπως οι Μίμης Φωτόπουλος, Σμαρούλα Γιούλη, Ντίνος Ηλιόπουλος κ.α.

 Στα νεώτερα χρόνια, με τις τεχνικές δυνατότητες για την καταγραφή εικόνας και ήχου με το βίντεο και την ψηφιακή τεχνολογία, εξέλειπε η ηχητική μόνον καταγραφή.

 Το παλιότερο υλικό είναι σημαντικό και σε έκταση και σε ποιότητα. Αυτό που έχουμε ανάγκη, είναι η συγκέντρωση, η  καταγραφή και αξιοποίησή του οργανωμένα και υπεύθυνα. Ηρωικοί  συλλέκτες και εραστές  αυτού του χώρου έχουν κάνει με τις μικρές δυνάμεις τους, θαύματα. Χρειάζεται όμως ένα «Εθνικό Κέντρο Οπτικοακουστικών Μέσων» που θα αγκαλιάσει υπεύθυνα αυτή την υπόθεση. Το νομοσχέδιο από πλευράς της προηγούμενης  κυβέρνησης είναι έτοιμο και μπήκε σε διαβούλευση πριν από τις εκλογές. Με την συν λαώ νίκη του ΣΥΡΙΖΑ  στις επικείμενες εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη, η ψήφιση  του νομοσχεδίου  από την Βουλή, ελπίζουμε πως θα είναι από τις πρώτες προτεραιότητες της νέας  κυβέρνησης.

 Κάθε λέξη, κάθε ήχος της καλλιτεχνικής μας  δημιουργίας, είναι ακριβό γέννημα του τόπου και των ανθρώπων του και γι αυτό θα πρέπει να διασωθεί και να αναδειχθεί. Να αποτελεί κοινό κτήμα του λαού μας αλλά και όσων αγαπούν τον πολιτισμό και την πατρίδα μας.

 

(Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ).

 *Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και  Βουλευτής Περιφέρειας Αττικής