ΟΙ ΑΤΥΧΗΣΑΝΤΕΣ ΚΩΜΩΔΙΟΓΡΑΦΟΙ! (Εφημερίδα ΑΥΓΗ 16.7.2016)

  Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Αριστοφάνης

    Στην κορυφή των κωμωδιογράφων δεσπόζει ο   πιο σπουδαίος     του είδους, Αριστοφάνης ο Αθηναίος, που γεννήθηκε  το 445 π.χ.  στον δήμο Κυδαθηναίων, στη σημερινή Πλάκα δηλαδή. Ευτύχησε να μεγαλώσει σε μια εποχή γαλήνης και δημοκρατίας, να αφιερωθεί στην συγγραφή κωμωδιών, να βραβευθεί, να μεγαλουργήσει στην εποχή του, αλλά και να μεταφερθεί μέσω αντιγράφων στα νεώτερα χρόνια, όπου ξεκίνησε μια νέα «καριέρα». Σε μεταφράσεις στη νεοελληνική αλλά και σε άλλες γλώσσες, κυριεύει ξανά τις σκηνές των θεάτρων όπου γης. Στην πατρίδα του την Ελλάδα, τιμάται ιδιαίτερα και το γηγενές Θέατρο έχει δημιουργήσει πολλές «σχολές» θεώρησης του έργου του.

 Σπουδαίες παραστάσεις ανέβηκαν από σκηνοθέτες και ηθοποιούς που αφιέρωσαν τη ζωή   και το έργο τους στην αναβίωση των κωμωδιών του μεγάλου κωμωδού.

 Πλην όμως, φευ, υπάρχουν και εκείνοι οι κωμωδιογράφοι της αρχαιότητας που δεν είχαν την τύχη του Αριστοφάνη.  Είναι οι πριν από αυτόν, οι σύγχρονοί του και οι επόμενοι. Έμειναν στην αφάνεια σε σχέση με αυτόν δια μέσου των αιώνων και λίγος λόγος γίνεται για το έργο τους. Ας θυμηθούμε κάποιους  λοιπόν, όχι μόνο γιατί προετοίμασαν  μερικοί   από αυτούς το έδαφος για  τον μεγάλο ποιητή, αλλά και γιατί οι περισσότεροι είχαν ταλέντο και έργο σημαντικό,  πλην όμως … έζησαν σε λάθος εποχή!

  Για πολλούς από τους προγενέστερους του Αριστοφάνη δημιουργούς, δεν έχουμε στοιχεία. Γνωρίζουμε όμως πως από το 486 π.χ. οι Αθηναίοι οργάνωσαν τα Μεγάλα Διονύσια όπου παίζονταν κωμωδίες.  Από τότε μέχρι τον θάνατο του Αριστοφάνη  το 386 π. χ. ανέβηκαν  600 με 700 κωμωδίες! Λίγα ονόματα έχουν φτάσει ως εμάς και μερικά μόνον σπαράγματα έργων τους. Γνωρίζουμε λοιπόν τον Φερεκράτη, που ήταν προγενέστερος  του Αριστοφάνη. Έγραψε 16 κωμωδίες, που δυστυχώς δεν σώθηκαν. Από μερικά αποσπάσματα που έφτασαν ως εμάς,  διακρίνουμε  αττική γλωσσική καθαρότητα, χάρι στο ύφος αλλά και μια κάποια αφέλεια. Δεν καταπιάστηκε με θέματα του δημόσιου πολιτικού βίου.  Σύγχρονος του Αριστοφάνη ήταν ο   Κρατίνος. Έργα του  συμπληρωμένα,  (μιας και βρέθηκαν  λειψά) ανεβαίνουν σποραδικά και σήμερα.  Ανταγωνιστής του Αριστοφάνη,  είχε πάρει με το έργο του «Σάτυροι», το δεύτερο βραβείο  το 424 π.χ. όταν ο Αριστοφάνης με τους «Ιππείς» του είχε κερδίσει το πρώτο βραβείο. Σύγχρονός του και ο  Εύπολις,   που ήταν  και φίλος του μεγάλου ποιητή. Τσακώθηκαν όμως, γιατί αλληλοκατηγορήθηκαν για λογοκλοπή! Τίτλοι μόνον έργων του έχουν φτάσει ως εμάς, όπως «Μαρικάς», «Είλωτες», «Βάπται» κ.λ.π.

 Σε πολλές περιπτώσεις, ο Αριστοφάνης ασχολήθηκε στις κωμωδίες του  με τους ομότεχνους  του. Τους « καταχεριάζει»  κανονικά! Στις «Νεφέλες» για παράδειγμα, αναφέρει πως οι ποιητές αυτοί, χρησιμοποιούν εξαιρετικά χυδαία κοστούμια, οργανώνουν στις παραστάσεις των έργων τους ξεδιάντροπους χορούς και επιδίδονται σε χοντρά χωρατά για τα φυσικά ελαττώματα, τη φτώχια και τα παράσιτα .Στους «Βατράχους» τους κατηγορεί για κοπρολαγνία! Τους εμέμφετο  ακόμη  ότι επιτίθεντο με την σάτιρα  τους σε πρόσωπα αδύναμα και παρακατιανά, ενώ αυτός τα έβαζε με πολιτικούς πανίσχυρους.

 Η δεσπόζουσα θέση του μεγάλου κωμικού   στον χώρο της κωμωδίας του έδωσε την ευκαιρία να καθορίσει τους όρους και το πλαίσιο του κωμικού θεάτρου όχι μόνο στην εποχή του, αλλά και στις μέρες μας. Κυριολεκτικά  «καταβρόχθισε»  τους σύγχρονούς του,  κάλυψε τους παλιότερους και έβαλε μια τελεία  στην Αττική Κωμωδία με το τελευταίο του έργο,  τον «Πλούτο». Την ίδια εποχή, τελείωνε και το θαύμα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

 Μετά από αυτόν, με την Αθήνα σε παρακμή, θολώνει και το Θέατρο στο κλεινόν άστυ.  Ο επόμενος κωμωδιογράφος που θα ξεχωρίσει είναι ο Μένανδρος. Αυτός όμως εισάγει μια άλλη κωμωδία. Τα θέματα που έχουν να κάνουν με την Δημοκρατία και τον δημόσιο βίο αποσύρονται για να ανέβουν στη σκηνή ιδιωτικές υποθέσεις ερώτων, εξώγαμων και άλλων τέτοιων καταστάσεων. Κατώτερος βέβαια του Αριστοφάνη ο Μένανδρος,  επηρέασε παρ όλα αυτά μέσω των Ρωμαίων όλο το σύγχρονο δυτικό θέατρο και όχι μόνον.

 Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες λοιπόν, όταν  υπάρχει ένας κραταιός βασιλιάς. Και ο βασιλιάς Αριστοφάνης ήταν πολύ σπουδαίος ώστε να μοιραστεί το βασίλειό του και με άλλους. Και στην εποχή του, αλλά και εις τους αιώνες των αιώνων!

 *Ο  Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ «ΠΛΟΥΤΟΥ» ( ΑΥΓΗ 9.7.2016 )

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

 

  Για τον « ΠΛΟΎΤΟ» του  Αριστοφάνη ο λόγος και για την παράσταση που   σκηνοθέτησε σε δική του διασκευή  ο  Γιώργος  Κιμούλης  στην Επίδαυρο.

 Κριτική θεάτρου στην ΑΥΓΗ, κατέθεσε ήδη ο  Λέανδρος Πολενάκης. Μακριά από την παρούσα στήλη λοιπόν,  φιλοδοξίες κριτικής αποτίμησης.

 Η φιλία με τον Κιμούλη πάει πίσω πολλές, πολλές δεκαετίες (φεύ!). Τον γνωρίζω και τον έχω παρακολουθήσει σε όλα τα βήματά του. Συνυπήρξαμε συμφοιτητές, αλλά και συμπαίκτες αργότερα στο σανίδι. Η σχέση μου με το έργο είναι βιωματική, μιας και έχω παίξει τον «Χρεμύλο» σε παράσταση του αείμνηστου Κώστα Μπάκα, και ακόμα ήταν μια από τις κωμωδίες που δούλευα πάντα με τους φοιτητές μου στο Πανεπιστήμιο αλλά και με τους σπουδαστές στην Δραματική Σχολή.

 Για να είμαι ειλικρινής από την αρχή. Θεωρώ πως ο  Κιμούλης είναι ένας πολυμήχανος, ευφυέστατος θεατρίνος. Εδώ, είχε άλλους δύο σπουδαίους ομότεχνους τον Μπέζο και τον Φιλιππίδη. Αλλά και τους Γιαννόπουλο και Φάις και ακόμα μια σπουδαία ομάδα νέων ηθοποιών και μουσικών. Είχε την εικαστική συνεισφορά του Γιώργου Πάτσα, τον ήχο του Γιώργου Ανδρέου και τέλος  την μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη, που χρησιμοποίησε για να στήσει την δική του εκδοχή πάνω στο κείμενο.

Εδώ, ο Κιμούλης, οργανώνει την πιο απροσδόκητη έναρξη παράστασης Αριστοφανικού έργου. Σε ένα τοπίο μπεκετικό, εμφανίζονται οι πρωταγωνιστές με όψη και στήσιμο που παραπέμπει στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», στήνοντας έναν διάλογο κατ αναλογίαν των   διαλόγων του Σάμουελ Μπέκετ.  Με την προτροπή  του «χορού-θεατών», ο θίασος αποφασίζει να παραστήσει τον «Πλούτο».

 

 Λέμε πάντα πως ο Αριστοφάνης είναι αενάως  επίκαιρος. Σωστό. Ήταν και στην εποχή του, αλλά μπορεί να είναι και σε οποιαδήποτε άλλη εποχή μιας και τα θέματα του είναι διαχρονικά και πανανθρώπινα. Αλλά στους αρμούς των έργων του, πάντα υπάρχουν πρόσφορα σημεία όπου κανείς μπορεί να εντάξει την άμεση, την  τρέχουσα επικαιρότητα της εποχής του, πράγμα νόμιμο. Το επιτρέπει, το επιβάλει θα έλεγα ο ίδιος ο συγγραφέας. Το θέμα λοιπόν είναι τι ακριβώς επικαιροποίηση θα επιχειρήσει ο  σκηνοθέτης. Στην όψη; Μεταφέροντας δηλαδή μηχανιστικά  τις ενδυμασίες και το  πολιτισμικό – κτιριακό περιβάλλον της εποχής του; Τοποθετώντας  στους αρμούς επίκαιρες ατάκες πιασάρικες που λίγη ή επιδερμική σχέση έχουν με την ουσία του έργου  με το άλλοθι του «πάντα επίκαιρου Αριστοφάνη»; Νομίζω πως  μια επιλογή σαν αυτές που προανέφερα, αδικούν και το έργο και την  όποια προσπάθεια. Και στην παράσταση για την οποία συζητούμε, οι όποιες επίκαιρες παρεμβάσεις έχουν σχέση κατ αρχήν με την ουσία του έργου. Σαν να μην έρχονται ως «πρόσθετες»,  αλλά σαν  να πηγάζουν από αυτήν.

 Δύο πρόσωπα σε αυτήν την κωμωδία συγκρούονται μετωπικά. Ο  «Πλούτος» (που είναι τυφλός και πάει στους φαύλους αντί να καταφύγει στους τίμιους) και η «Πενία», η Φτώχια δηλαδή,  που έχει ακλόνητα επιχειρήματα για την ανάγκη ύπαρξής της ανάμεσα στους ανθρώπους. Στην παράσταση  αυτή λοιπόν, η Πενία, ερμηνευμένη από τον Κιμούλη,  εμφανίζεται ως Κριστίν Λαγκάρντ. Επιλογή δηλαδή, της άκρως τρέχουσας επικαιρότητας. Ο ηθοποιός, την απέδωσε  χωρίς σουσούμια, ακισμούς ή οτιδήποτε θα παρέπεμπε σε φθηνό θέαμα. Τα λόγια της Πενίας είναι από τα κομμάτια εκείνα που μεταφέρθηκαν με ιδιαίτερη προσοχή  από την μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη. Και πραγματικά, σήμερα, αυτό το εγκώμιο της φτώχειας βρήκε στην περσόνα της Γενικής Διευθύντριας   του ΔΝΤ, τον πιο αντιπροσωπευτικό της  εκφραστή.

  Θεωρώ, πως στην έναρξη των φετινών «Επιδαυρείων», στήθηκε  μια παράσταση ποιοτική και ταυτόχρονα λαϊκότροπη. Κατατέθηκε η στάση  εκείνου του ανθρώπου που γνωρίζει πως όλα του τα όνειρα δεν θα ευοδωθούν, αλλά αυτός παλεύει για να αποτρέψει τα χειρότερα, βάζοντας μικρές ψηφίδες στον μεγάλο πίνακα των ονείρων της ανθρωπότητας για δίκαιη ζωή, δίκαιη διανομή του πλούτου, για ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη και στο βάθος  το πολυπόθητο εκείνο σύστημα όπου δεν επιτρέπει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

 Το κοινό της πρεμιέρας στην Επίδαυρο διασκέδασε με την ψυχή του. Νομίζω πως το ίδιο γλέντησαν και οι θεατρίνοι επι σκηνής. Κι όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο,  ε τότε έχουμε μια  καλή παράσταση!

 

 *Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής.

 

ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ( εφημερ. ΑΥΓΗ 10/4/2016)

theatroPanepisthmioMayroperithwrioΤου Πάνου Σκουρολιάκου*

Συμμετέχοντας σε μια ημερίδα των Ελληνικών Κοινοτήτων  της Γερμανίας στην Νυρεμβέργη με θέμα την εκπαίδευση των ομογενών μας, βρέθηκα μπροστά σε πολλές εκπλήξεις. Μία από αυτές, ευχάριστη μάλιστα, ήταν η ανακάλυψη πως ενώ στην Ελλάδα οι σπουδές των νηπιαγωγών  δίδονται σε επίπεδο Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, στη Γερμανία  καλύπτονται από μία διετή πρακτική εξάσκηση.  Κατά δυστυχίαν,  οι  απόφοιτοι των Ελληνικών ΑΕΙ  εκπαιδευτικοί προσχολικής αγωγής, εκεί, υπολογίζονται στο επίπεδο των συναδέλφων τους της πρακτικής εξάσκησης.

Ένοιωσα πραγματικά υπερήφανος για την πρόνοια της Ελληνικής πολιτείας να εξασφαλίσει εκπαίδευση υψηλού επιπέδου σε όλες τις βαθμίδες. Από το νηπιαγωγείο έως το Πανεπιστήμιο. Μοιραία όμως, ο νους έκανε ένα άλμα προς την καλλιτεχνική εκπαίδευση. Τι έχουμε εδώ; Υπάρχουν,  πράγματι πανεπιστημιακά τμήματα καλών τεχνών. Και στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη και στην Κέρκυρα, τη  Φλώρινα και αλλού. Υπάρχει σε  ανώτατο επίπεδο σπουδών η σχολή κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν τα μουσικολογικά τμήματα σε  πανεπιστήμια και  σε ΤΕΙ. Υπάρχουν τα τέσσερα τμήματα θεατρικών σπουδών. Σε δύο από αυτά γίνονται  και μαθήματα  θεατρικής πρακτικής, αλλά ούτε  η ιδρυτικές τους αποφάσεις, ούτε το πρόγραμμά τους μπορεί να τα πιστοποιήσει ως τμήματα  των οποίων οι απόφοιτοι είναι ηθοποιοί ή θεατρικοί σκηνοθέτες.

Το να σπουδάσει κανείς ζωγραφική ή υποκριτική σε κάποιο ΤΕΙ ή ΑΕΙ σημαίνει ότι θα γίνει καλύτερος ζωγράφος ή ηθοποιός; Ναι! Και τούτο γιατί  πέρα από το ταλέντο του,  κατ αρχήν θα είναι ένας ενημερωμένος δημιουργός. Θα  είναι  ένας ζωγράφος,  μουσικός ή σκηνοθέτης που θα έχει τα απαραίτητα  θεωρητικά   εφόδια ώστε να υποστηρίξει την πρακτική του δουλειά. Έπειτα η υλικοτεχνική υποδομή ενός ανώτερου ή ανώτατου ιδρύματος, θα είναι – οφείλει να είναι- σε ένα τέτοιο  επίπεδο,  όπου θα εξασφαλίζονται  όλες οι τεχνικές  προϋποθέσεις μιας άρτιας καλλιτεχνικής προπαρασκευής.

Η διδασκαλία της υποκριτικής, της θεατρικής σκηνοθεσίας, του θεατρικού φωτισμού και της θεατρικής παραγωγής ακόμα, στο εξωτερικό, είναι υπόθεση των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Σπουδαία πανεπιστήμια σε όλον τον κόσμο έχουν εξαιρετικά δυναμικά τμήματα και σχολές πρακτικών θεατρικών  σπουδών. Στην χώρα μας αυτή η υπόθεση έχει ξεχασθεί στον περασμένο αιώνα. Έχοντας πραγματικά σημαντικές  σχολές θεάτρου στην Ελλάδα, επαναπαυθήκαμε ίσως. Οι  σχολές  του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης, του Πέλου Κατσέλη και πολλές άλλες, έδωσαν πλήθος  ταλαντούχων  θεατρίνων. Υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα συμβάλλοντας στον πλούτο του θεάτρου στον τόπο μας. Αλλά θα πρέπει η πολιτεία να φροντίσει ώστε και σε επίπεδο ΑΕΙ, να δημιουργηθούν σχολές και τμήματα για την προετοιμασία καλλιτεχνών της θεατρικής τέχνης. Σε πολλές χώρες, το πτυχίο μιας τέτοιας σχολής, είναι απαραίτητο για την διακονία σε θέσεις ευθύνης. Στην Κύπρο για παράδειγμα, ο διευθυντής του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, πέρα από τις καλλιτεχνικές περγαμηνές του, θα πρέπει να είναι και απόφοιτος ΑΕΙ.

Εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος αν είναι τούτη η κατάλληλη στιγμή για δημιουργία νέων σχολών σε ΤΕΙ και ΑΕΙ και μάλιστα εν μέσω κρίσης με 95% ανεργία στον κλάδο των ηθοποιών. Η απάντηση είναι πως κοιτάζοντας μπροστά,  προετοιμάζοντας το μέλλον, το φέρνεις πιο γρήγορα και μάλιστα απαλλαγμένο από τα δεινά του παρόντος. Τώρα μάλιστα, που διεξάγεται ο εθνικός διάλογος για την παιδεία, είναι μοναδική ευκαιρία να ανακινηθεί το θέμα και να δρομολογηθεί η τακτοποίηση του.

Όπως το παιδί της προσχολικής ηλικίας έχει ανάγκη από  παιδαγωγούς που όχι μόνον αγαπούν τα παιδιά αλλά έχουν και επιστημονική επάρκεια ανωτάτου επιπέδου, έτσι και το σπουδαίο Ελληνικό Θέατρο θα πρέπει να διαθέτει  ηθοποιούς, σκηνοθέτες, σκηνογράφους, φωτιστές καταρτισμένους στο ανώτερο δυνατόν επίπεδο. Έτσι, ώστε μαζί με τις ήδη υπάρχουσες δραματικές  σχολές και τα ελεύθερα θεατρικά εργαστήρια να δώσουν ακόμα μεγαλύτερη  πνοή σε μια από τις πιο σπουδαίες τέχνες που καλλιεργήθηκαν εδώ και αιώνες,  σε αυτόν τον τόπο. Στο Θέατρο!

 *Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

Σάμιουελ Μπέκετ: “Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΓΝΗΤΟΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΠ”

 Την «Τελευταία Μαγνητοταινία του Κραππ», ένα από τα πιο σημαντικά κι αναγνωρίσιμα μονόπρακτα του Σάμιουελ Μπέκετ, του μεγαλύτερου—ίσως—τραγικού θεατρικού συγγραφέα του 20ου αιώνα, επέλεξε να ανεβάσει στην σκηνή Black Box του Ιδρύματος Κακογιάννη, ο εκλεκτός ηθοποιός Πάνος Σκουρολιάκος, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη και μετάφραση της Βάλιας Καϊμάκη. Το έργο, ένα πικρόχολο σχόλιο πάνω στην ανθρώπινη μοναξιά, τη μοίρα της φθοράς και του θανάτου που στοιχειώνει τους θνητούς, οι οποίοι γυρεύουν στην αναπόληση ένα ξόρκι και μία διέξοδο, αποτελεί μία παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης. Ως συντελεστές στην παράσταση συμμετέχουν η Ελένη Καραμέρου, στην εικαστική επιμέλεια κι η Κατερίνα Σεμπέκου, ως βοηθός σκηνοθέτη.

ΣΠΥΡΟΣ Α. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ ( εφημ/δα ΑΥΓΗ 20/3/2016 )

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Πώς να χωρέσσπυρος ευαγγελατος1εις σε ένα θεατρολογικό συνέδριο το μέγεθος του σκηνοθέτη, μεταφραστή, μουσικού, φιλόλογου – ερευνητή, του πανεπιστημιακού δάσκαλου και του μέλους της Ακαδημίας Αθηνών Σπύρου Α.  Ευαγγελάτου. Είναι αδύνατον! Παρ όλα αυτά, οι συνάδελφοι και μαθητές του στο Τμήμα  Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, οργάνωσαν ένα υποδειγματικό επιστημονικό συνέδριο, ζωντανό, ευαίσθητο, ακριβές και εξαιρετικά  ενδιαφέρον. Γύρω στους 50  επιστήμονες και δημιουργοί συμμετείχαν με ανακοινώσεις, παρεμβάσεις και συζητήσεις σε στρογγυλά τραπέζια.

Πρωτόπαιξα στο «Αμφι – Θέατρο» του Σπύρου Α. Ευαγγελάτου πρωτόβγαλτος ηθοποιός το 1999 στην «Ψυχοστασία», (παράσταση βασισμένη σε σπαράγματα από χαμένες τραγωδίες του Αισχύλου). Γνώρισα λοιπόν έναν σκηνοθέτη στον οποίο συνυπήρχαν  ταυτόχρονα και έντονα  το Απολλώνιο και το Διονυσιακό πνεύμα. Ερχόταν στην πρώτη ανάγνωση του έργου με ένα τεράστιο θεωρητικό απόθεμα. Επιστήμονας – ερευνητής και διανοούμενος ο ίδιος είχε εξαντλήσει το θεωρητικό πεδίο του προς παράσταση κειμένου και ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει όλες τις ιδιαιτερότητες  του, κρυφές ή φανερές. Όταν όμως έμπαινε στην πρόβα, μετατρεπόταν σε ένα παλλόμενο Διονυσιακό σώμα. Μια  δυνατή θεατρική μηχανή που παρήγαγε έργο σπουδαίο, μη διστάζοντας να φτάσει στα άκρα της πρακτικής του θεάτρου. Με μέτρο και γούστο, αναμετράται με το ένστικτο. Το αφήνει να τον οδηγήσει στις προτάσεις του προς τους συνεργάτες του και να εκμεταλλευτεί ότι καλύτερο έχουν να του δώσουν. Αποδέχεται την υποκριτική εισήγηση είτε του πιο λόγιου ηθοποιού, είτε του πιο αυθεντικού μπουλουξή. Στο  τέλος όμως, θα έχουν τα πάντα ενταχθεί στην παράσταση που φέρνει την δική του σφραγίδα.

Ο ΣΑΕ, διδάσκει  τους ηθοποιούς του, χωρίς να δίνει την εντύπωση πως διδάσκει. Σε οδηγεί να ανακαλύψεις τον δικό σου, προσωπικό τρόπο. Σε βάζει σε ένα κλίμα. Δείχνει έναν δρόμο.  Ακολουθείς τις ράγες τις οποίες τελικά συνδιαμορφώνεις με τα δικά σου υλικά. Δεν σε έχει «καπελώσει» όμως. Δεν σου έχει επιβάλει τίποτα. Σε έχει εμπνεύσει στο να δημιουργήσεις και να ακολουθήσεις ένα όραμα,ορισμένο και  με σαφήνεια, από την πρώτη πρόβα. Η θεωρητική δύναμη την οποία σημειώσαμε πιο πάνω, επιβεβαιώνει τώρα τις υπηρεσίες της για την οργάνωση και επιτυχία της παράστασης.

Ανέβασε έργα του αρχαίου δράματος, του παγκόσμιου ρεπερτορίου και βέβαια   όπερα, το αγαπημένο του είδος,  κληρονομιά από τον συνθέτη πατέρα του  ΑντίοχοΕαγγελάτο και την αρπίστρια μητέρα του Ξένη Μπουρεξάκη. Εκείνη η περιοχή όμως στην οποία έχει αποκλειστικότητα  στα θεατρικά πράγματα της πατρίδας μας, είναι τα παλιά άγνωστα κείμενα, τα οποία γίνονται με την γνώση και την έμπνευσή του σπουδαίες παραστάσεις. Κάποια από αυτά μάλιστα έχουν γίνει και διεθνείς επιτυχίες, όπως η «Ιφιγένεια Εν Ληξουρίω» (1720), του κεφαλλονίτη Πέτρου Κατσαίτη που παίχτηκε στο Φεστιβάλ Εδιμβούργου και στο RoundHouseTheater του Λονδίνου, με την Λήδα Τασοπούλου ανεπανάληπτη Ιφιγένεια. Να μνημονεύσουμε ακόμα τον «Δαβίδ» (18ος αι.) άγνωστου χιώτη ποιητή, τον «Γουανάκο» (1901)  του  Γ. Ψυχάρη και πολλά άλλα.

Ο ΣΑΕ αγαπά σέβεται και οδηγείται από τα κείμενα. Τα υπερασπίζεται με γνώση και πάθος. Παίζαμε στο Ηρώδειο την σπουδαία παράσταση του με τον «Ερωτόκριτο» του Β. Κορνάρου. Στον χαιρετισμό, έβγαινε πάντα και  υποκλινόταν στο κοινό. Μου αφηγούνται φίλοι θεατές την στιχομυθία ανάμεσα σε ζευγάρι ηλικιωμένων. «Ποιος είναι αυτός;» ερωτά η κυρία. «Ο Κορνάρος!» απαντά με αυτοπεποίθηση ο κύριος. Έχω την αίσθηση πως κάθε φορά που ανεβάζαμε ένα έργο, ο Ευαγγελάτος υπερασπιζόμενος όπως σημείωσα πιο πάνω το κείμενο, γινόταν ο Κορνάρος, ο Κατσαίτης, ο Σαίξπηρ, ο Μολιέρος ο Αισχύλος.

Ατελείωτα αυτά που θέλω να αφηγηθώ για τον δάσκαλό μου στο θέατρο, και ο χώρος μικρός. Σταματώ λοιπόν, ευχόμενος να είναι γερός και πάντα δημιουργικός  σε όλα όσα  διαπρέπει,  με επίκεντρο πάντα τη Σκηνή,  γιατί αυτός ο τόπος έχει ανάγκη από δυνατά φώτα σαν αυτά που εκπέμπει χρόνια τώρα ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος.

 

 *Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής της Περιφέρειας Αττικής.

Το Μικρό Ρωμαϊκό Θέατρο θέλει να ζήσει ξανά

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Θυμάμαι το μικρό αρχαίο θέατρο στην Παλιά Επίδαυρο. Πρόχειρα περιφραγμένο πνιγμένο στα αγκάθια, περίμενε υπομονετικά τη δεκαετία του ΄70, να ξαναζωντανέψει και να συγκεντρώσει στις κερκίδες του εραστές της τέχνης του θεάτρου και της μουσικής. Η «Μικρή Επίδαυρος» όπως έχει γίνει γνωστή, χτίστηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. άρχισε να ανασκάπτεται το 1971 και τώρα πιά, κάθε καλοκαίρι προσφέρει στο κοινό, πολιτιστικό έργο υψηλής ποιότητας.
Δεν είναι η μοναδική περίπτωση μικρού αρχαίου θεάτρου κοντά σε ένα μεγαλύτερο και πιο…διάσημο!
Στην Βόρεια Ελλάδα, στα νοτιοανατολικά του Αρχαίου Θεάτρου του Δίου στην Πιερία, υπάρχει ένα μικρό ρωμαϊκό θέατρο. Η ανασκαφή του, άρχισε το 1963 και σύμφωνα με τον καθηγητή Γ. Μπακαλάκη που άρχισε την ανασκαφή, ήταν το πρώτο ανασκαπτόμενο μνημείο της ρωμαϊκής αποικίας στο Δίον. Τέσσερες κερκίδες αποτελούσαν το κοίλον του, ενώ τρία κλιμακοστάσια οδηγούσαν στο επάνω μέρος του. Τα ανασκαφικά δεδομένα, δηλαδή το οικοδομικό υλικό, η τοιχοποιία του και δύο νομίσματα που βρέθηκαν, δεν βοήθησαν τους αρχαιολόγους να υπολογίσουν με ακρίβεια την χρονολόγηση της οικοδόμησης του θεάτρου. Παρ όλα αυτά, υπάρχει η άποψη, σύμφωνα και με τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του θεάτρου, που προσδιορίζει την ανέγερση του στον 2ο αιώνα μ. Χ. πιθανότατα στα χρόνια του Αδριανού.
Το ρωμαϊκό θέατρο στο Δίον λοιπόν, οικοδομήθηκε για την εξυπηρέτηση θεατρικών και σκηνικών αγώνων που ελάμβαναν χώρα στο πλαίσιο των «Εν ΔίωΟλυμπίων». Αυτοί, ήταν οι Ολυμπιακοί αγώνες του Βορά κατά την αρχαιότητα που διεξήγοντο στο Δίον, από το τέλος του 5ου αιώνα π. Χ. και τους οποίους καθιέρωσε ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αρχέλαος . Εκείνα τα χρόνια, το Δίον θεωρούνταν ο τόπος γέννησης των εννέα Πιερίδων Μουσών, και του Ορφέα. Εκεί, ο Αρχέλαος κάλεσε και τον Ευρυπίδη «και Ευριπίδης παρεσίτειΑρχελάω μέχρι θανάτω» ((Λουκιαν. Περί παρασίτου 35). Για αυτούς τους σκηνικούς αγώνες ο μεγάλος τραγωδός έγραψε και δίδαξε τις «Βάκχες» αλλά και τα δράματα «Αρχέλαος», «Μακεδόνες», «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» και το «Αλκμέων ο δια Κορίνθου».
Μεγάλες δόξες γνώρισε λοιπόν το Δίον και σίγουρα ο απόηχος της εποχής του Αρχέλαου και του Ευριπίδη θα έφτασε και έως την ρωμαϊκή εποχή που λειτουργούσε και το μικρό ρωμαϊκό θέατρο για το οποίο συζητούμε.
Κάνοντας ένα μεγάλο χρονικό άλμα, ερχόμαστε στην εποχή μας και στην μη κερδοσκοπική εταιρεία « Ολύμπια εν Δίω» που συνδιοργανώνει με το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, την Περιφερειακή Ενότητα Πιερίας, την Ελληνική Εθνική Επιτροπή για την Unesko, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, θεατρικούς και μουσικούς αγώνες αλλά και αθλητικά δρώμενα με αρχαία αθλήματα και μάλιστα εκείνα που δεν περιλαμβάνονται στους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Πάνω από όλα όμως, τα «Ολύμπια εν Δίω» των ημερών μας, εργάζονται ώστε να αποκατασταθεί το ρωμαϊκό θέατρο, και να μπορεί να είναι σε πλήρη λειτουργία. Το Υπουργείο Πολιτισμού αλλά και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης έχουν γίνει αποδέκτες των σχετικών αιτημάτων. Είναι ανάγκη, σε αυτές τις δύσκολες στιγμές , σε αυτή την εποχή των οικονομικών δυσπραγιών, να βρεθεί τρόπος ώστε το όνειρο κάποιων ρομαντικών και οραματιστών πολιτών της Πιερίας να γίνει πραγματικότητα.
Έτσι ώστε να ζωντανέψουν πιο δυνατά οι παλιοί θεατρικοί και αθλητικοί αγώνες της Ελλάδας του Βορά, ώστε να ακουστεί ξανά ο λόγος του Ευριπίδη πιο καθαρά, εκεί, στον τόπο όπου έζησε και δημιούργησε, φιλοξενούμενος από έναν φωτισμένο Μακεδόνα βασιλιά.

Πηγές: «Τα αρχαία θέατρα της Μακεδονίας» κείμενο της αρχαιολόγου – Καθηγήτριας ΕΚΠΑ Λ.Παλαιοκρασά (Εκδ. Διάζωμα-ΚΘΒΕ) και Αρχείο Θανάση Μπίντα.

*Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής.

ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ           (Μια άχρηστη δράση;)

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Ποιός  είπε ότι το θέατρο στο σχολειό, στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δηλαδή εκπαίδευση  ωφελεί  τους μαθητές; Ποιος είπε πως η δραματουργία, η υποκριτική,  το εικαστικό ή μουσικό μέρος μιας παράστασης  και εν τέλει η ομαδική δημιουργία είναι κάτι που προετοιμάζει τους αυριανούς επιστήμονες, τεχνίτες, αγρότες, τους πολίτες  κατά τρόπο θετικό;   Δεν ομολογείται σαφώς, αλλά το κυρίαρχο μοντέλο, είναι εκείνο του μοναχικού μαθητή, που θα πρέπει να προετοιμασθεί στα μαθήματα μιας ορισμένης κατεύθυνσης, κλεισμένος στο καβούκι του άγχους και της αγωνίας για την επιτυχία στις πανελλήνιες, να σπουδάσει μοναχικά και μόνος τέλος να μπει  στη μεγάλη αρένα της επαγγελματικής ζωής όπου επιβιώνει ο πιο καλός, ο πιο σκληρός και γιατί όχι, ο πιο αδίστακτος.

Σκέφθηκε κανείς από  τους θιασώτες του μοντέλου αυτού του μοναχικού λύκου που περιγράψαμε,  τη συνάφεια και  τη σχέση που μπορεί να έχουν η έκθεση ή τα μαθηματικά με τις καλές τέχνες και εν προκειμένω με  το θέατρο; Πέρασε από το νου κανενός από αυτούς πως  κατανοείς καλύτερα τα μαθηματικά μέσω του θεάτρου; Πως γράφεις καλύτερες εκθέσεις ίσως;

Αυτονόητα, το θέατρο, αποτελεί έναν χώρο γλωσσικής άσκησης και δημιουργίας. Η διδασκαλία της ποίησης, των αρχαίων κειμένων και η κατάθεση στο χαρτί των σκέψεων και απόψεων  των μαθητών υπό μορφήν έκθεσης, γίνεται με έναν τρόπο όπου η βιασύνη για την κάλυψη της ύλης  δεν αφήνει περιθώρια για κριτική σκέψη και αφομοίωση. Όταν όμως οι μαθητές ασχοληθούν επί μακρό διάστημα με ένα θεατρικό κείμενο,  αποκομίζουν οφέλη  μεγαλύτερα. Στην αρχή το διαβάζουν απλώς. Μετά το διαβάζουν και συζητούν γι αυτό. Στην προσπάθεια τους να το ζωντανέψουν σκηνικά, το ξαναδιαβάζουν από άλλη γωνία. Ξαναγυρνούν σε αυτό για να δώσουν και τις άλλες λύσεις που απαιτεί μια παράσταση. Χρώματα, ήχους, φώτα. Τα οφέλη δεν προέρχονται από την εντρύφηση  με σπουδαία κείμενα της παγκόσμιας δραματουργίας  μόνον. Διαφορετικά και σημαντικά είναι και εκείνα που προκύπτουν από την ενασχόληση  και με την συγγραφή του έργου που θα ανεβάσει η μαθητική θεατρική ομάδα. Σε πόσες  εκθέσεις αντιστοιχεί η συμμετοχή σε μια τέτοια δημιουργική  δράση; Και το πιο σημαντικό. Πόσον πλούτο συσσωρεύει, για την προσέγγιση των μαθημάτων, των ανθρωπίνων σχέσεων, της ζωής τελικά, το μέγα μάθημα, η μεγάλη σε σημασία εμπειρία της ομαδικής  και συνεργατικής δουλειάς;  Υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ενεργοποιήσει κανείς στους μαθητές την φαντασία και το συναίσθημά τους; Να εκφράσουν το ψυχο-πνευματικό δυναμικό τους, να το καλλιεργήσουν και να το εμπλουτίσουν; Επιμένω. Έτσι, κατανοείς πιο εύκολα τα μαθηματικά. Οι τύποι της χημείας δεν είναι άδεια σύμβολα.  Οι ανθρωπιστικές επιστήμες, η ιστορία, η οικονομία, το δίκαιο, αποκτούν άλλη διάσταση, άλλο νόημα.

Το ίδιο το παιδί δείχνει τις ανάγκες του. Παίζοντας από μικρό  δραματοποιημένα παιχνίδια. Υποδυόμενο.(« Εγώ θα είμαι ο καουμπόης και συ ο ινδιάνος, και θα σε κυνήγαγα»).  Και ενώ φροντίζουμε ώστε τα παιδιά να βλέπουν παραστάσεις Θεάτρου για παιδιά και έχουμε πολύ καλές στη χώρα μας, αρνούμαστε να τους βάλουμε στο θέατρο μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Φοβούμενοι μην «εξωκείλουν» προς το θέατρο ίσως;

Το θέατρο στην εκπαίδευση έχει κάνει την εμφάνισή του από πολύ παλιά. Μαθητικό θέατρο υπάρχει σε εκατοντάδες ευρωπαϊκές πόλεις από τον 16ο αιώνα, στα θρησκευτικά σχολεία των προτεσταντών και καθολικών. Στον Ελλαδικό χώρο, την ίδια περίοδο, Ιησουίτες μοναχοί – δάσκαλοι σε σχολεία  της Χίου αρχικά και κατόπιν  σε κυκλαδίτικα νησιά όπου δρούσε το καθολικό στοιχείο, ανέβαιναν κάθε χρόνο παραστάσεις από τους μαθητές  με θρησκευτικό θέμα, ως μάθημα πρωτεύον!

Πολλοί άλλοι είναι οι λόγοι που επιβάλουν την ενασχόληση με το θέατρο  των μαθητών στα σχολεία. Τους απαλλάσσει  από το άγχος για τα μαθήματα, την ύλη, τον εγωιστικό  πρωταθλητισμό.

Ποιος όμως θα αναλάβει το σημαντικό και δύσκολο ρόλο του εμψυχωτή; Εδώ τα πράγματα είναι ακόμα πιο πίσω. Συνήθως αναλαμβάνει κάποιος φιλότιμος φιλότεχνος, η πιο ειδικά θεατρόφιλος  καθηγητής ή καθηγήτρια. Χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις για το αντικείμενο, ή την ξεχωριστή παιδαγωγική προσέγγιση που απαιτεί το Θέατρο στο Σχολείο.  Υπάρχουν βέβαια και οι αδιόριστοι θεατρολόγοι. Κατά δυστυχίαν όμως, οι περισσότεροι από αυτούς, ελάχιστη ή μηδαμινή σχέση έχουν με την πρακτική του θεάτρου, καθώς έχουν σπουδάσει το Θέατρο σε θεωρητικό επίπεδο. Στα τμήματα Θεατρικών Σπουδών του Αριστοτελείου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου μόνον  γίνονται κάποια πρακτικά μαθήματα. Υπάρχουν και ηθοποιοί που θα μπορούσαν να είναι ιδανικοί εμψυχωτές. Τα πτυχία τους όμως είναι αδιαβάθμητα και λίγοι από αυτούς έχουν παιδαγωγική πιστοποίηση από Πανεπιστημιακές Σχολές.

Το  Θέατρο στο Σχολείο, δεν πρέπει να γίνεται εκτός, ή  στα όρια  της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Θα πρέπει να είναι σοβαρή υποχρέωση στο ωρολόγιο πρόγραμμα του Δημοτικού, του Γυμνασίου, του Λυκείου. Θα πρέπει τάχιστα να προετοιμασθούν οι κατάλληλοι δάσκαλοι – εμψυχωτές, μέσα από προγράμματα που θα τους καταρτίζουν  σωστά σε πρακτικό και θεωρητικό επίπεδο. Αυτή η πρόσθετη γνώση για τους εμψυχωτές,  θα τους κάνει παραγωγικούς στην διαδικασία της σκηνικής πράξης, αλλά  και στη θεωρία της. Θα τους εφοδιάσει με την απαραίτητη γνώση της εκπαιδευτικής μεθόδου   που απαιτεί η διδασκαλία του Θεάτρου στις  ευαίσθητες  ηλικίες των σημερινών παιδιών και των αυριανών πολιτών αυτού του τόπου.

*Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής της Περιφέρειας Αττικής