Χρόνος εργασίας και ελεύθερος χρόνος

Ο ελεύθερος χρόνος για την παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης, η ενασχόληση με διάφορα σπορ ή η επίσκεψη σε κάποιο μουσείο εξασφαλίζει στον εργαζόμενο πληρότητα, ικανοποίηση, σωματική και ψυχική ακμαιότητα για να επιστρέψει στην εργασία του με καλή διάθεση και νέες δυνάμεις

Του Πάνου Σκουρολιάκου *

Σε εποχές περασμένες συζητούσαμε για τον ελεύθερο χρόνο πέραν του χρόνου εργασίας, τον οποίο συνδέαμε με τον πολιτισμό. Με την κρίση που φορτωθήκαμε ως κράτος και κοινωνία, όλη αυτή η συζήτηση αποτελεί μια ανάμνηση που δεν ακουμπά την πραγματικότητα την οποία βιώνουμε.

Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα και με την Οκτωβριανή Επανάσταση μπήκαν τα θεμέλια της συζήτησης για την ανάγκη ύπαρξης δημιουργικού χρόνου των εργατών, πέρα από τον χρόνο της εργασίας. Ένας χρόνος που έπρεπε να καταναλώνεται δημιουργικά, φέρνοντας τους εργάτες σε επαφή με διάφορες μορφές τέχνης, σε πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες και δράσεις μόρφωσης και επιμόρφωσης. Μοντέλα της πιο πάνω κατεύθυνσης μπήκαν ως διεκδικήσεις των προοδευτικών και αριστερών εργαζομένων απέναντι στην αστική εξουσία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο επιτυγχάνοντας πολλές κατακτήσεις. Αλίμονο όμως. Εν μέσω εκατομμυρίων ανέργων σε παγκόσμια κλίμακα, κανείς δεν μιλά πια για τον ελεύθερο χρόνο όπως μιλάγαμε στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, κυρίως στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, αλλά και σε πολλές της αμερικανικής ηπείρου.

Στη σύγχρονη εποχή ο κύριος όγκος της εργασίας δεν προσδιορίζεται πια ως μία φυσική αναγκαιότητα, όπως είναι του αγρότη, του μικροεπαγγελματία, του εμπόρου κ.ο.κ. Δεν προκύπτει μέσα από κάποια θρησκευτική υποχρέωση ούτε ως κοινωνική συμμετοχή στην επιβίωση και πρόοδο της κοινότητας όπου εντάσσεται κάποιος. Τώρα η εργασία έχει συγκεκριμένο χώρο και χρόνο και προσδιορίζεται ως αναγκαία μορφή επιβίωσης, μιας και μεγάλα τμήματα του πληθυσμού δεν έχουν άλλα όπλα από τα χέρια τους ή τις γνώσεις και δεξιότητές τους. Η εργασία λοιπόν, ασχέτως της αγάπης του ανθρώπου γι’ αυτήν ως μέσο προόδου και καλυτέρευσης των συνθηκών διαβίωσης, είναι ένα συγκεκριμένο μέγεθος που καλύπτει μεγάλο μέρος της ζωής του ανθρώπου. Αναζητά λοιπόν ο εργαζόμενος και έναν άλλον χρόνο, έναν χρόνο ελευθερίας, όπου απαλλαγμένος από εργασιακές υποχρεώσεις θα μπορεί να απολαμβάνει κάποιες ώρες ξεκούρασης και δραστηριοτήτων πνευματικών ή άλλων, που τον ευχαριστούν και τον προάγουν. Ατομικά και κοινωνικά.

Ο ελεύθερος χρόνος για την παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης, η ενασχόληση με διάφορα σπορ ή η επίσκεψη σε κάποιο μουσείο εξασφαλίζει στον εργαζόμενο πληρότητα, ικανοποίηση, σωματική και ψυχική ακμαιότητα για να επιστρέψει στην εργασία του με καλή διάθεση και νέες δυνάμεις. Εδώ λοιπόν γίνεται ένας πόλεμος για την υποχώρηση του εργασιακού χρόνου προς όφελος του ελεύθερου. Αλλά και για την αύξηση της αμοιβής, ώστε να μπορεί ο εργαζόμενος να αξιοποιεί και να απολαμβάνει τον ελεύθερο χρόνο του. Αλήθεια είναι πως ο ελεύθερος χρόνος χωρίς οικονομική επάρκεια μπορεί να οδηγήσει σε δυσμενείς καταστάσεις. Παραβατικές συμπεριφορές για τους νέους, ανία, μοναξιά και θλίψη για τους μεγαλύτερους.

Οι κοινωνίες και οι κυβερνήσεις θα πρέπει λοιπόν να εξασφαλίζουν προσιτούς οικονομικά πολιτιστικούς, αθλητικούς και άλλους προορισμούς (ταξίδια, επιμόρφωση, χώρους κοινωνικοποίησης κ.λπ.) για τον ελεύθερο χρόνο των εργαζομένων, των νέων, της τρίτης ηλικίας, των ατόμων με ειδικές ανάγκες κ.ο.κ. Στα χρόνια της κρίσης η ίδια η κοινωνία βρήκε λύσεις και διεξόδους. Καλλιτέχνες και πολιτιστικοί οργανισμοί, κρατικά θέατρα αλλά και ιδιωτικά καθιέρωσαν φθηνό εισιτήριο για άνεργους και ηλικιωμένους. Το ίδιο και η Λυρική Σκηνή και πολλά άλλα ιδρύματα. Συναυλίες και εκθέσεις διοργανώθηκαν για την ενίσχυση κοινωνικών παντοπωλείων, ιατρείων κ.λπ.

Τώρα πια, που έχουμε μπροστά μας έναν δρόμο πιο βατό, τώρα που το εργασιακό τοπίο επανέρχεται σε κάποια κανονικότητα με την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, την όχι ακόμα ικανοποιητική, αλλά πάντως σταθερή μείωση της ανεργίας και μια σειρά από άλλες ελπιδοφόρες διευθετήσεις, πρέπει να τολμήσουμε. Να κρατήσουμε τις καλύτερες πρακτικές αλληλεγγύης από τα χρόνια των Μνημονίων και με όλους τους κοινωνικούς εταίρους να οργανώσουμε ένα εργασιακό τοπίο όπου οι εργαζόμενοι θα έχουν εργασία, θα γίνονται σεβαστά τα δικαιώματά τους και όπου θα υπάρχει και ο ελεύθερος χρόνος τους, που θα μπορεί να γεμίζει με δράσεις ποιοτικές και οικονομικά προσιτές στο μεγάλο μέρος των πολιτών. Γι’ αυτό θα πρέπει να υπάρχει συνέργεια ανάμεσα στους εργαζόμενους, τους εργοδότες, την κυβέρνηση και ακόμα την Τοπική Αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού.

Η μείωση της ανεργίας, ο χρόνος εργασίας και ο ελεύθερος χρόνος μπορούν να συνυπάρξουν για το καλό της κοινωνίας και της πατρίδας.

* Μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(πηγη : http://www.avgi.gr/article/10812/9148350/chronos-ergasias-kai-eleutheros-chronos#   )

 

Μίμοι σιωπηλοί ( Εφημ.ΑΥΓΗ 1 Σεπτ. 2018 )

WESTWOOD, CA -JULY 31: Mime Marcel Marceau performs at the Geffen Playhouse July 31, 2002 in Westwood, California (Photo by Michel Boutefeu/Getty Images)

Κλάδος της υποκριτικής και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περιοχή του Θεάτρου, είναι η «Μιμική» και το θέατρο των Μίμων. «Σιωπηλό Θέατρο» θα το λέγαμε, ή «βουβό θέατρο». Στις μέρες…

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

 Κλάδος της υποκριτικής και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περιοχή του Θεάτρου, είναι η «Μιμική» και το θέατρο των Μίμων. «Σιωπηλό Θέατρο» θα το λέγαμε, ή «βουβό θέατρο». Στις μέρες μας διακονείται με επιτυχία από σπουδαίους δημιουργούς του είδους, πάνω στην κατεύθυνση που χάραξε κατά τη σύγχρονη εποχή, ο Γάλλος Μαρσέλ Μαρσώ. Επηρεασμένος από τον Τσάρλυ Τσάπλιν, παρουσιάζει το 1946 το πρώτο του μιμόδραμα, ακολουθώντας τα ίχνη του «χαμινιού» και δημιουργώντας ένα δικό του πρόσωπο, τον κλόουν Μπιπ. Με την ίδρυση της δικής του σχολής, τη δεκαετία του ’70, εκπαίδευσε πολλούς ταλαντούχους μίμους, που εξέλιξαν το είδος του θεάτρου αυτού. Μας δίνουν παραστάσεις εξαιρετικής γοητείας, θεατρικά δρώμενα που απελευθερώνουν τη φαντασία και μιλούν βαθειά στην ψυχή του θεατή. Την ίδια εποχή, δρουν και άλλοι σπουδαίοι δάσκαλοι της μιμικής, όπως ο Ζακ Λεκόκ, που είχε ως επίκεντρο της παιδαγωγικής του μεθόδου τη μάσκα. Η Γαλλία λοιπόν, αυτά τα χρόνια έγινε το κέντρο της αναβίωσης και εξέλιξης μιας τέχνης πανάρχαιας.

Η αρχή, έγινε στην Αρχαία Ελλάδα. Η μιμώ, ήταν ο πίθηκος. Οι καλλιτέχνες μίμοι (που λειτουργούσαν σαν πίθηκοι δηλαδή), πρόσφεραν ένα θέαμα κατώτερο, που περιείχε σύντομες θεατρικές σκηνές της καθημερινής ζωής όπου στηλιτεύονταν τα κακά και ανάποδα του κοινού βίου. Αργότερα, κατά την Ελληνιστική εποχή, ο μίμος ταυτίσθηκε με τους πλάνητες γελωτοποιούς και θαυματοποιούς. Κάνοντας το πέρασμα της από το Βυζάντιο, πάλι ως θεατρικό είδος για τον όχλο η τέχνη του μίμου, δίνει στοιχεία της στην κατοπινή Κομέντια Ντελ Άρτε, για να σκαρφαλώσει στο τέλος του 19ου αιώνα και να εμφανισθεί πάλι, μέσω των «βωβών ταινιών». Κορυφαίος του είδους, ο Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης Μπάστερ Κήτον, που με την αγέλαστη έκφραση του και ταυτόχρονα με το εύκαμπτο σώμα του, κέρδισε την αγάπη του κοινού και καταγράφηκε ως ένας από τους επτά κορυφαίους σκηνοθέτες όλων των εποχών. Στη σημερινή εποχή, ένας από τους πιο σημαντικούς μίμους, θεωρείται ο Αργεντινός Pablo Zibes. Παρακολούθησε την σχολή Θεάτρου και στη συνέχεια αφιερώθηκε στην παντομίμα. Ταξιδεύοντας στον κόσμο και περνώντας από την Ευρώπη, έγινε «καλλιτέχνης του δρόμου», εμφανιζόμενος παράλληλα σε φεστιβάλ, τηλεοπτικές εκπομπές και άλλες διοργανώσεις.

Στη χώρα μας, όπου δημιουργούν αρκετοί μαθητές του Μαρσώ αλλά και του Λεκόκ, η μιμική αναπτύσσεται αργά, αλλά σταθερά, κερδίζοντας φανατικούς θαυμαστές. Διδάσκεται στις σχολές θεάτρου, χρησιμοποιείται σε ομάδες που έχουν ανάγκη να εκφρασθούν και να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους, την συναντούμε σε παραστάσεις – μιμοδράματα, και ακόμα η μιμική έρχεται αρωγός του «συμβατικού» θεάτρου, όταν το έργο, ή η σκηνοθεσία τη χρειάζεται.

Η τέχνη του μίμου είναι μια τέχνη επίπονη. Απαιτεί δυνατή εσωτερική αυτογνωσία, γερά νεύρα, φαντασία, τόλμη στο να εκφράζεται κανείς και πάνω από όλα, ισχυρό θεατρικό ένστικτο. Να «βλέπει» δηλαδή ο μίμος με τα μάτια του θεατρίνου, αυτά που θα δει με τα δικά του μάτια ο θεατής.

Ακολουθώντας κάποιος τον δρόμο του μίμου, ξέρει πως πρέπει να προετοιμάζεται μόνος του δουλεύοντας σκληρά , πως δεν θα του ανοίξουν τις πόρτες το σταρ σύστεμ και τα λαμπερά θέατρα, δεν θα γίνει πλούσιος όπως ένας ηθοποιός που παίζει σε μία επιτυχημένη σαπουνόπερα. Θα έχει όμως κατακτήσει την εσωτερική του ισορροπία και αν είναι καλός, θα έχει κατακτήσει και την ιδιαίτερη αγάπη του κοινού.

 

*Μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής.

(ΠΗΓΗ : http://www.avgi.gr/article/10971/9133766/mimoi-siopeloi   )

Ένας δάσκαλος ηθοποιών

Πριν από σαράντα χρόνια, περίπου τέτοια εποχή, ολοκλήρωσα τη μαθητεία μου πλάι σε έναν σπουδαίο δάσκαλο ηθοποιών. Ήταν ένας άνθρωπος πέρα από το μπόι των συνηθισμένων…

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Πριν από σαράντα χρόνια, περίπου τέτοια εποχή, ολοκλήρωσα τη μαθητεία μου πλάι σε έναν σπουδαίο δάσκαλο ηθοποιών. Ήταν ένας άνθρωπος πέρα από το μπόι των συνηθισμένων ανθρώπων, μια προσωπικότητα δυνατή, ένας ελεύθερος πολίτης – διανοούμενος.

Ήταν ο Πέλος Κατσέλης που γεννήθηκε στο Ναζλί της Μικράς Ασίας, με καταγωγή ηπειρώτικη και ήρθε με την καταστροφή της Σμύρνης στην Ελλάδα. Τελείωσε την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα σπούδασε το θέατρο, πλάι στον σπουδαίο Φώτο Πολίτη. Από νεαρός, έγραφε σε σημαντικά περιοδικά τέχνης ( Ελληνικά Γράμματα, Επιθεώρηση Τέχνης κ.ά.). Συνέχισε τις θεατρικές του σπουδές σε Αυστρία και Γερμανία, δίνοντας μας σπουδαίες μελέτες και δοκίμια γύρω από το θέατρο. Δεν ήταν και τόσο συνηθισμένο εκείνη την εποχή, να σπουδάσει θέατρο κάποιος στην Ευρώπη και να καταθέσει τόσο εμπεριστατωμένα τις απόψεις του γι’ αυτό.

Επιστρέφοντας (τη δεκαετία του ’30), σκηνοθετεί και αναλαμβάνει τη διεύθυνση του «Άρματος Θέσπιδος», της κινητής μονάδας του Εθνικού Θεάτρου, έχοντας προηγουμένως κατά την παραμονή του στη Γερμανία, μελετήσει τα κρατικά περιοδεύοντα θέατρα της Σαξωνίας – Δρέσδης. Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανίχνευση της επαφής του θεάτρου με το λαϊκό κοινό, εργάστηκε για τον θεατρικό εκσυγχρονισμό της Ελληνικής Περιφέρειας. Ήταν ο πρώτος κύκλος πολιτικής παρέμβασης για το θέατρο στην Περιφέρεια, στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Θα ακολουθήσουν τα ημικρατικά θέατρα της δεκαετίας του ’70 καθώς και τα ΔΗΠΕΘΕ της Μελίνας Μερκούρη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 έως σήμερα. Με την είσοδο της χώρας στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Κατσέλης παραιτείται από τη θέση του διευθυντή του «Άρματος». Η γραφειοκρατία και η ολοκληρωτική υπαλληλική νοοτροπία του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου τον είχαν ήδη απογοητεύσει. Η πολιτική ένταξή του άλλωστε ήταν με το μέρος των προοδευτικών δυνάμεων, έως την τελευταία στιγμή της γόνιμης ζωής του. Όμως οι λόγοι ήταν και καλλιτεχνικοί. Ο δάσκαλός μου, ήταν το καθαρό δείγμα του σκηνοθέτη του Μεσοπολέμου. Πίστευε ακράδαντα πως ο σκηνοθέτης πρέπει να είναι παντοδύναμος και πως δεν είναι απλά ένας δημιουργός. Είναι πρωτίστως, δάσκαλος ηθοποιών.

Μονόδρομος ήταν λοιπόν για τον αντισυμβατικό Πέλο Κατσέλη η ίδρυση μιας Σχολής Θεάτρου, μέσα από την οποία θα παρέδιδε στη θεατρική πιάτσα ηθοποιούς άξιους να υπηρετήσουν πολλά και διαφορετικά είδη θεάτρου. Ηθοποιούς χωρίς τη στάμπα μιας συγκεκριμένης σχολής, όπως συνέβαινε με την εργασία του Κάρολου Κουν στη δική του Σχολή. Με τον Κουν είχαν μεγάλη φιλία και αλληλοεκτίμηση. Υπήρχαν περιπτώσεις όπου «αντάλλασσαν» μαθητές. Αν ο Κατσέλης έβλεπε πως κάποιος μαθητής του ταίριαζε στο ύφος και την κατεύθυνση του Κουν, τον πρότεινε στον φίλο του. Το ίδιο έκανε και ο Κουν για πολλούς μαθητές του, προς τη Σχολή Κατσέλη. Με γενναίο συμπαραστάτη στη Σχολή την Αλέκα Κατσέλη, την προσωποποίηση της αξιοπρέπειας, της αρχοντιάς και της αφιέρωσης στο παιδαγωγικό έργο του συντρόφου της, αλλά και πολλούς άλλους άξιους δασκάλους, σμίλεψαν ηθοποιούς ετοιμοπόλεμους, εύκαμπτους, συνεπείς και μανιώδεις με τη σκηνή, τις πρόβες και τις παραστάσεις. Μα πάνω απ’ όλα, πάσχισε να δημιουργήσει ηθοποιούς με ήθος. Σκηνικό, προσωπικό, κοινωνικό.

Ο Πέλος Κατσέλης ήταν μέσα στη σχολή ο αρχιερέας. Ο απόλυτος άρχοντας, ο αδιαμφισβήτητος δάσκαλος. Έπαιρνε τους μαθητές από το χέρι και βάζοντάς τους στο στόμα τη δημοτική ποίηση, τους έφτανε μέχρι τα μεγάλα κείμενα, και τους παγκόσμιας εμβέλειας συγγραφείς. Με πάθος αγαπούσε το Δημοτικό Τραγούδι. Το τοποθετούσε ισάξιο, πλάι στην Αρχαία Τραγωδία.

Για τον Κατσέλη, το υπέροχο ψέμα της σκηνής, απαιτεί γνώση, ευαισθησία, στοχασμό, πλούτο ψυχής και συναισθημάτων. Θεωρούσε πως πρόκειται για ένα ψέμα που με τη δύναμη της σκηνής και του ταλέντου, «μεταλλάσσεται σε πιο αληθινό από το αληθινό».

Τον θυμάμαι στα καμαρίνια του Ηρωδείου όταν παίζαμε με το «Αμφι-Θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου την «Ψυχοστασία» του Αισχύλου το 1979. Ήταν ενθουσιασμένος. «Παίζουν έξι μαθητές μου!», έλεγε ανάμεσα στα άλλα καλά λόγια για παράσταση και συντελεστές.

Ο Κατσέλης είναι το φωτεινό παράδειγμα της αφοσίωσης σε έναν σκοπό. Απαρνήθηκε τις μεγάλες σκηνές, τις σκηνοθεσίες, το «σταρ σύστεμ» της εποχής του. Άφησε πίσω του όμως εκατοντάδες μαθητές μπολιασμένους με την αγάπη, την αξιοπρέπεια και τη δημιουργική ζωή στο θέατρο.

«Έφυγε» για πάντα από κοντά μας το καλοκαίρι του 1981. Εκείνη τη βραδιά, παίζαμε με το «Αμφι-Θέατρο» στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων τον «Ίωνα» του Ευριπίδη. Του αφιερώσαμε την παράσταση. Το Θέατρο, το κοινό και οι μαθητές του, του χρωστάμε πολλά. Όπως και στη μούσα του, την Αλέκα Μαζαράκη – Κατσέλη.

Τους ευχαριστούμε…

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ: http://www.avgi.gr/article/10812/9116837/enas-daskalos-ethopoion )

Για τον Κώστα Μουρσελά

Του Πάνου Σκουρολιάκου *

Αν στα λεξικά για κάθε λήμμα υπήρχε και μια φωτογραφία, στο λήμμα «σεμνότητα» θα έπρεπε να εμφανίζεται η φωτογραφία του συγγραφέα Κώστα Μουρσελά. Η πρώτη μου επαφή μαζί του…

Αν στα λεξικά για κάθε λήμμα υπήρχε και μια φωτογραφία, στο λήμμα «σεμνότητα» θα έπρεπε να εμφανίζεται η φωτογραφία του συγγραφέα Κώστα Μουρσελά.

Η πρώτη μου επαφή μαζί του ήταν βεβαίως μέσα από τα έργα του. Κατ’ αρχήν με το εμβληματικό «Εκείνος κι Εκείνος» και τους ανεπανάληπτους Διαμαντόπουλο και Μιχαλακόπουλο στους ρόλους του Λουκά και του Σόλωνα, που ξεγλίστρησε από τη χουντική λογοκρισία και παιζόταν στην τηλεόραση εκείνη τη μαύρη περίοδο. Μετά με τα θεατρικά του έργα «Άνθρωποι και άλογα» και «Η κυρία δεν πενθεί» στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, το «Ω τι κόσμος μπαμπά» στο Θέατρο Σάτιρας και πολλά ακόμη, έως την πεζογραφία του, με κορυφαίο το μυθιστόρημα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά».

Το καλοκαίρι του 2011 θέλαμε να ανεβάσουμε στο θέατρο το «Εκείνος κι Εκείνος». Του ζητήσαμε την άδεια. Δέχτηκε με χαρά. Αλλά, ω της σεμνότητας, μας είπε: «Είσαστε σίγουροι, βρε παιδιά, πως θέλετε να το ανεβάσετε; Μήπως χάσετε τα λεφτά σας; Λέει κάτι σήμερα;».

Ο Μουρσελάς ήξερε ότι έχει να πει πολλά ο λόγος του και τότε και στο μέλλον, όπως και την εποχή της δικτατορίας. Γιατί ο Μουρσελάς δεν έγραψε επικαιρικά. Έκανε κείμενα βγαλμένα από τα σπλάχνα της Ιστορίας και της ανθρώπινης ύπαρξης και ως εκ τούτου επίκαιρα για κάθε εποχή. Θα θυμάμαι πάντα την ευγενική του αγανάκτηση για τις τρέχουσες εξελίξεις στη χώρα μας εκείνη την πρώτη περίοδο των Μνημονίων και του τρόπου που αντιμετώπιζαν τον ελληνικό λαό οι τότε κυβερνώντες.

Μιλώντας με τους Α. Φωστιέρη και Θ. Νιάρχο για το περιοδικό «Λέξη» το 1993, ο παλιός ΕΠΟΝίτης Κώστας Μουρσελάς, που ακολούθησε όλη τη διαδρομή της ηττημένης στον Εμφύλιο Αριστεράς, δηλώνει: «Πάει καιρός που έπαψα να κρίνω πολιτικά συστήματα, ιδεολογίες, κοινωνικές πραγματικότητες. Όλα αυτά μπορεί να επηρέασαν ζωές, συνειδήσεις, ψυχολογίες, να διαμόρφωσαν ανθρώπους, να γέννησαν το έγκλημα, την προδοσία, φιλοδοξίες, τραμπούκους και ήρωες, και μάρτυρες και αγίους, μπορεί από αυτό το πάνθεον να προέρχονται και οι σημερινοί δυνάστες μας ή και κάποιες ελπίδες μας, όμως εγώ γράφοντας δεν θέλω να γράψω Ιστορία, να ερμηνεύσω την Ιστορία, δεν θέλω να απολογηθώ, δεν θέλω να καταγράψω την πορεία του τόπου μου, τουλάχιστον δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου όταν έγραφα τα ‘Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά’. Απλώς ήθελα να εκθέσω τον άνθρωπο πριν απ’ όλα, να φτάσω στον πυρήνα της ύπαρξής του».

Χωρίς πομπώδεις εκφράσεις προθέσεων, ξορκίζοντας την παραταξιακή λογοτεχνία, εν τέλει ο Μουρσελάς μας παραδίδει μια δυνατή και προικισμένη αισθητικά εκδοχή της Ιστορίας, αναδεικνύοντας τον βαθύ πυρήνα των πραγμάτων. Μας δίνει την αληθινή εκδοχή της Ιστορίας του τόπου και των ανθρώπων του, με ειλικρίνεια και απόλυτη εντιμότητα. Στο επίκεντρο του έργου του είναι ο άνθρωπος απέναντι στα δεινά της εποχής του και αυτό είναι βαθιά προοδευτικό. Αλλά ήταν, όπως είπαμε, αρκετά σεμνός, ώστε να ομολογήσει και στον εαυτό του τον ίδιο πως ερμήνευε τελικά την Ιστορία, δίνοντας σήματα ελπιδοφόρας πορείας.

Εν τέλει ανεβάσαμε το «Εκείνος κι Εκείνος». Στους ρόλους ο γράφων και ο Τάσος Χαλκιάς. Σκηνοθέτης ο Γιάννης Καραχισαρίδης και σκηνογράφος – ενδυματολόγος ο Αντώνης Χαλκιάς. Ειλικρινά κανένας άλλος ρόλος δεν μου ζήτησε τόσα πολλά. Πρώτη φορά ήμουν στο απόλυτο σκοτάδι ως προς την έκβαση του αποτελέσματος. Ο θεατρικός λόγος του Μουρσελά δεν μοιάζει με κανέναν άλλο. Είναι απόλυτα προσωπικός και υπέροχα γοητευτικός.

Η βραδιά της πρεμιέρας με παρόντες ανάμεσα στο κοινό τους Κώστα Μουρσελά και Γιώργο Μιχαλακόπουλο (ο Βασίλης Διαμαντόπουλος είχε «φύγει»), αλλά και τον σημερινό πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, ήταν από τις ωραιότερες στιγμές που έχω ζήσει αυτά τα σαράντα χρόνια στο θέατρο. Η απήχηση έργου και παράστασης ήταν συγκλονιστική εμπειρία.

Στην ίδια συζήτηση που προανέφερα, ο συγγραφέας καταλήγει: «… Παντού και πάντα θα παλεύει το καλό με το κακό».

Σε αυτήν τη διαπάλη ο Κώστας Μουρσελάς, στρατευμένος πάντα με το μέρος του καλού, έως το 2017 που «έφυγε», έδωσε τις δικές του σπουδαίες μάχες. Και ακόμα μας άφησε πνευματικά εφόδια να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για το καλό, με τα έργα του, τις σκέψεις του, την υποδειγματική του στάση ζωής.

* Μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ : http://www.avgi.gr/article/10812/9091636/gia-ton-kosta-moursela   )

Για τη Χρύσα Σπηλιώτη

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Αθήνα 1 Αυγούστου  2018
Εξαντλήσαμε όλον τον χρόνο, να περιμένουμε ένα καλό νέο για την Χρύσα.
Δυστυχώς η Χρύσα Σπηλιώτη δεν θα είναι πια μαζί μας εδώ. Το θέατρο θα είναι πιο φτωχό, και όσοι από την συντεχνία του θεάτρου πορευτήκαν μαζί της θα βιώνουν διπλή απώλεια.
Την αποχαιρετούμε κρατώντας το ταλέντο της, την ευγενική της ψυχή και τα έργα της που θα ζωντανεύουν στα θεατρικά πατάρια όπου γης.
 
Για την ΕΠΕΚΕ Πολιτισμού
Της κοινοβουλευτικής Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ
ΠΑΝΟΣ ΣΚΟΥΡΟΛΙΑΚΟΣ