Απελευθερώθηκαν οι δύο Έλληνες στρατιωτικοί

Χαιρετίζουμε την απελευθέρωση των δύο σπουδαίων ανδρών των Ενόπλων μας Δυνάμεων Ανθλγου(ΜΧ) Μητρετώδη Άγγελου και Εποπ Λχια(ΜΧ) Κούκλατζη Δημητρίου . Ευχόμαστε καλή πατρίδα και είμαστε σίγουροι οτι αυτή η πατρίδα σε χέρια σαν αυτά των Άγγελου και Δημήτρη θα είναι πάντα ασφαλής και ανίκητη.

Για τον Κώστα Μουρσελά

Του Πάνου Σκουρολιάκου *

Αν στα λεξικά για κάθε λήμμα υπήρχε και μια φωτογραφία, στο λήμμα «σεμνότητα» θα έπρεπε να εμφανίζεται η φωτογραφία του συγγραφέα Κώστα Μουρσελά. Η πρώτη μου επαφή μαζί του…

Αν στα λεξικά για κάθε λήμμα υπήρχε και μια φωτογραφία, στο λήμμα «σεμνότητα» θα έπρεπε να εμφανίζεται η φωτογραφία του συγγραφέα Κώστα Μουρσελά.

Η πρώτη μου επαφή μαζί του ήταν βεβαίως μέσα από τα έργα του. Κατ’ αρχήν με το εμβληματικό «Εκείνος κι Εκείνος» και τους ανεπανάληπτους Διαμαντόπουλο και Μιχαλακόπουλο στους ρόλους του Λουκά και του Σόλωνα, που ξεγλίστρησε από τη χουντική λογοκρισία και παιζόταν στην τηλεόραση εκείνη τη μαύρη περίοδο. Μετά με τα θεατρικά του έργα «Άνθρωποι και άλογα» και «Η κυρία δεν πενθεί» στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, το «Ω τι κόσμος μπαμπά» στο Θέατρο Σάτιρας και πολλά ακόμη, έως την πεζογραφία του, με κορυφαίο το μυθιστόρημα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά».

Το καλοκαίρι του 2011 θέλαμε να ανεβάσουμε στο θέατρο το «Εκείνος κι Εκείνος». Του ζητήσαμε την άδεια. Δέχτηκε με χαρά. Αλλά, ω της σεμνότητας, μας είπε: «Είσαστε σίγουροι, βρε παιδιά, πως θέλετε να το ανεβάσετε; Μήπως χάσετε τα λεφτά σας; Λέει κάτι σήμερα;».

Ο Μουρσελάς ήξερε ότι έχει να πει πολλά ο λόγος του και τότε και στο μέλλον, όπως και την εποχή της δικτατορίας. Γιατί ο Μουρσελάς δεν έγραψε επικαιρικά. Έκανε κείμενα βγαλμένα από τα σπλάχνα της Ιστορίας και της ανθρώπινης ύπαρξης και ως εκ τούτου επίκαιρα για κάθε εποχή. Θα θυμάμαι πάντα την ευγενική του αγανάκτηση για τις τρέχουσες εξελίξεις στη χώρα μας εκείνη την πρώτη περίοδο των Μνημονίων και του τρόπου που αντιμετώπιζαν τον ελληνικό λαό οι τότε κυβερνώντες.

Μιλώντας με τους Α. Φωστιέρη και Θ. Νιάρχο για το περιοδικό «Λέξη» το 1993, ο παλιός ΕΠΟΝίτης Κώστας Μουρσελάς, που ακολούθησε όλη τη διαδρομή της ηττημένης στον Εμφύλιο Αριστεράς, δηλώνει: «Πάει καιρός που έπαψα να κρίνω πολιτικά συστήματα, ιδεολογίες, κοινωνικές πραγματικότητες. Όλα αυτά μπορεί να επηρέασαν ζωές, συνειδήσεις, ψυχολογίες, να διαμόρφωσαν ανθρώπους, να γέννησαν το έγκλημα, την προδοσία, φιλοδοξίες, τραμπούκους και ήρωες, και μάρτυρες και αγίους, μπορεί από αυτό το πάνθεον να προέρχονται και οι σημερινοί δυνάστες μας ή και κάποιες ελπίδες μας, όμως εγώ γράφοντας δεν θέλω να γράψω Ιστορία, να ερμηνεύσω την Ιστορία, δεν θέλω να απολογηθώ, δεν θέλω να καταγράψω την πορεία του τόπου μου, τουλάχιστον δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου όταν έγραφα τα ‘Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά’. Απλώς ήθελα να εκθέσω τον άνθρωπο πριν απ’ όλα, να φτάσω στον πυρήνα της ύπαρξής του».

Χωρίς πομπώδεις εκφράσεις προθέσεων, ξορκίζοντας την παραταξιακή λογοτεχνία, εν τέλει ο Μουρσελάς μας παραδίδει μια δυνατή και προικισμένη αισθητικά εκδοχή της Ιστορίας, αναδεικνύοντας τον βαθύ πυρήνα των πραγμάτων. Μας δίνει την αληθινή εκδοχή της Ιστορίας του τόπου και των ανθρώπων του, με ειλικρίνεια και απόλυτη εντιμότητα. Στο επίκεντρο του έργου του είναι ο άνθρωπος απέναντι στα δεινά της εποχής του και αυτό είναι βαθιά προοδευτικό. Αλλά ήταν, όπως είπαμε, αρκετά σεμνός, ώστε να ομολογήσει και στον εαυτό του τον ίδιο πως ερμήνευε τελικά την Ιστορία, δίνοντας σήματα ελπιδοφόρας πορείας.

Εν τέλει ανεβάσαμε το «Εκείνος κι Εκείνος». Στους ρόλους ο γράφων και ο Τάσος Χαλκιάς. Σκηνοθέτης ο Γιάννης Καραχισαρίδης και σκηνογράφος – ενδυματολόγος ο Αντώνης Χαλκιάς. Ειλικρινά κανένας άλλος ρόλος δεν μου ζήτησε τόσα πολλά. Πρώτη φορά ήμουν στο απόλυτο σκοτάδι ως προς την έκβαση του αποτελέσματος. Ο θεατρικός λόγος του Μουρσελά δεν μοιάζει με κανέναν άλλο. Είναι απόλυτα προσωπικός και υπέροχα γοητευτικός.

Η βραδιά της πρεμιέρας με παρόντες ανάμεσα στο κοινό τους Κώστα Μουρσελά και Γιώργο Μιχαλακόπουλο (ο Βασίλης Διαμαντόπουλος είχε «φύγει»), αλλά και τον σημερινό πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, ήταν από τις ωραιότερες στιγμές που έχω ζήσει αυτά τα σαράντα χρόνια στο θέατρο. Η απήχηση έργου και παράστασης ήταν συγκλονιστική εμπειρία.

Στην ίδια συζήτηση που προανέφερα, ο συγγραφέας καταλήγει: «… Παντού και πάντα θα παλεύει το καλό με το κακό».

Σε αυτήν τη διαπάλη ο Κώστας Μουρσελάς, στρατευμένος πάντα με το μέρος του καλού, έως το 2017 που «έφυγε», έδωσε τις δικές του σπουδαίες μάχες. Και ακόμα μας άφησε πνευματικά εφόδια να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για το καλό, με τα έργα του, τις σκέψεις του, την υποδειγματική του στάση ζωής.

* Μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ : http://www.avgi.gr/article/10812/9091636/gia-ton-kosta-moursela   )

ΤΡΟΜΟΣ ΚΑΙ ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ

                     

  ΤΡΟΜΟΣ ΚΑΙ ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ (ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ)

  Γράφει ο Πάνος Σκουρολιάκος*

   Ποτέ μη λες ποτέ. Την εποχή της μεταπολίτευσης, αποχαιρετώντας τη χούντα νομίζαμε πως είχαμε τελειώσει οριστικά  με φασισμούς, ναζισμούς και δικτατορίες. Αυτό που ζούμε τώρα, μας επιβεβαιώνει το  ορθόν του :«Ποτέ μη λες ποτέ».

   Κάτι τέτοιες στιγμές, θυμόμαστε το βιβλίο- συντροφιά εκείνης της εποχής. Το  είχε εκδώσει ο Γιώργος Χατζόπουλος  («Κάλβος» 1970), και ήταν το θεατρικό έργο του Μπέρτολτ  Μπρέχτ  «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» σε μετάφραση Αγγέλας Βερυκοκάκη,

  Εξόριστος από  το ναζιστικό καθεστώς του Χίτλερ ο Μπρεχτ, γράφει  ανάμεσα στα 1937 – 39, εικοσιτέσσερις  σκηνές που περιγράφουν   τη ζωή   στη Γερμανία της εποχής. Κάποιες , τις ανεβάζει  ο ίδιος  στο Παρίσι, με ηθοποιούς,  εξόριστους Γερμανούς εργάτες.  Αριστοτεχνικά  παρουσιάζει  την  πνιγηρή ατμόσφαιρα μέσα στην οποία εξελίσσεται η δημόσια και η  ιδιωτική ζωή στην πατρίδα του.

Πως  μπλέκεται  κανείς  στο θανατηφόρο  δίχτυ του ναζισμού;

 Η Εβραία  Ιουδήθ είναι  παντρεμένη και ευτυχισμένη με τον Γερμανό  γιατρό Φρίτς.  Στον μονόλογό της, αποκαλύπτεται  ο εφιαλτικός  τρόπος που το χιτλερικό καθεστώς  διέβρωσε ακόμα και τις ερωτικές σχέσεις.  Στην «πρόβα αποχαιρετισμού», λέει : «Την περασμένη βδομάδα  Φριτς,
ανακάλυψες , (κρίνοντας εντελώς αντικειμενικά), ότι το ποσοστό
των Εβραίων ανάμεσα στους επιστήμονες  “δεν είναι και τόσο μεγάλο”». Και πιο κάτω: « …Τι τούς έκανα ε γ ώ ; Ποτέ μου δεν ανακατεύτηκα στην  πολιτική .
Ψήφισα εγώ τον Τέλμαν και τούς άλλους κομμουνιστές ;
Είμαι μια αστή νοικοκυρά …».

 Ο Τρόμος ελλοχεύει παντού. Στον «Σπιούνο» ένα ζευγάρι  κλείνει  τα μάτια σ ότι γίνεται έξω από  το  σπίτι, αλλά κρατάει την «πολυτέλεια» να  συζητά διαφωνώντας   με  την ναζιστική κόλαση  ιδιωτικά  και  χαμηλόφωνα. Δοκιμάζει όμως  την απόλυτη έκπληξη:  Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας συζήτησης, ο  μικρός γιός,  εξαφανίζεται, και οι γονείς   φοβούνται   ότι θα  τους «καρφώσει» στη Χιτλερική Νεολαία!

Γυναίκα: «… Καλύτερα θα κανες να πρόσεχες τη γλώσσα σου. Σπάω το κεφάλι μου αν είπες … ότι δεν μπορεί να ζήσει κανείς στη Χιτλερική Γερμανία.»

Άντρας: «Δεν το είπα καθόλου .»

Γυναίκα: «Κάνεις σα να μουνα εγώ η αστυνομία. Βασανίζω το μυαλό μου τι μπορεί ν άκουσε ο μικρός.»

Άντρας: «Η λέξη Χιτλερική Γερμανία, δεν υπάρχει καν στο λεξιλόγιό μου.»

Γυναίκα: «Δεν είναι όμως τέτοιο παιδί, να πάει να καταδώσει κάποιον…»

Άντρας: «Είναι  εκδικητικός. Ίσως επειδή του πήρα το βάτραχό του…»

  Το  παιδί ξαφνικά εμφανίζεται. Το είχε σκάσει απλώς για να παίξει… Οι γονείς του όμως  απαξίωσαν τους εαυτούς τους, τις αρχές και το ήθος τους μπροστά στον ναζιστικό φόβο.

 Σε άλλα κομμάτια οι γιατροί δεν πρέπει να ρωτάνε την αιτία ασθενείας , γιατί μπορεί να αρρώστησε κάποιος  λόγω των  συνθηκών  εργασίας στο εργοστάσιο. Οι δικαστές θα πρέπει να πείθονται από τις καταθέσεις των ανθρώπων του καθεστώτος.  Η διχόνοια σπέρνεται εντέχνως   ανάμεσα στους κρατουμένους στα τάγματα εργασίας, και  οι δημοσιογράφοι –  διαφημιστές του καθεστώτος ωραιοποιούν τις  απάνθρωπες  συνθήκες   στα εργοστάσια του τρίτου Ράϊχ:  «Κανένα χέρι δε μένει πια  ακίνητο, κανένα γρανάζι δε σκουριάζει στη Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ!»

  Το Τρίτο Ράϊχ παρήλθε. Ο Μπέρτολτ  Μπρεχτ, γύρισε στη Γερμανία, δημιούργησε το θρυλικό θέατρο  «Μπερλίνερ Ανσάμπλ» και πέρασε τη ζωή του γράφοντας και σκηνοθετώντας.  Ο Τρόμος και η Αθλιότητα  όμως,  παραμένουν και   αναζητούν ευκαιρίες.

  Στην Ελλάδα του 2013, κάποιοι, για να φρενάρουν τον αγώνα του λαού για την ανατροπή  της  κρίσης (τους)   και των  μνημονίων (τους) , σκαρφίστηκαν να ζωντανέψουν έναν φρικτό εφιάλτη του παρελθόντος.  Με πλήρη απουσία και της παραμικρής ευθύνης απέναντι στον λαό και την ιστορία, αποφάσισαν  να νεκραναστήσουν τον ναζισμό. Το σχεδίασαν  αυτό το έγκλημα  στα υπόγειά τους, το έβγαλαν στο φώς του ήλιου, και του έδωσαν και κοινοβουλευτική νομιμοποίηση. Όμως το φίδι, τσιμπάει τους πάντες. Ακόμα και το χέρι που επώασε το αυγό του. Τώρα τρέχουν, ή καμώνονται πως τρέχουν.

 Ο ελληνικός λαός, τους γυρνάει την πλάτη, και δηλώνει : ΠΟΤΕ ΠΙΑ!

(Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ).

 * Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής.

PHILOLAOS – ΦΙΛΟΛΑΟΣ ΤΛΟΥΠΑΣ

 

Γράφει ο Πάνος Σκουρολιάκος*

    Πριν τον δεύτερο  παγκόσμιο πόλεμο, ένα παιδί   στη λασπωμένη Λάρισα, καταπιάνεται με κατασκευές. Ο πατέρας του είναι επιπλοποιός και ο παππούς του λεβητοποιός.  Γεννιέται,   ανάμεσα σε δύο υλικά που συντροφεύουν τον άνθρωπο χιλιετίες πίσω και   μαθαίνει   την τέχνη των μαστόρων που  τιθασεύουν , δίνουν μορφή και χρησιμότητα στο  ζεστό ξύλο και το ψυχρό  μέταλλο.

  Μεγαλώνοντας ο Φιλόλαος Τλούπας, (αδελφός του μετέπειτα σπουδαίου φωτογράφου Τάκη Τλούπα),  παρατηρεί τα αγάλματα στην πόλη του. Κοντά στο σπίτι του, υπάρχει μια προτομή. Νομίζει λοιπόν, ότι άγαλμα, είναι αυτό το μπούστο με το κεφάλι,  κολλημένο σε μία μαρμάρινη κολώνα. Αποφασίζει,  να σπουδάσει γλυπτική και ζωγραφική. Με δάσκαλο τον Απάρτη τελειώνει τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, και ακολουθεί τη μοίρα της γενιάς του.  Ξενιτεύεται στο Παρίσι. Εκεί  θα συναντήσει και άλλους νέους, διωγμένους από την πατρίδα με βία, ως αριστεροί,  ή «εκ των πραγμάτων» από μια πατρίδα λαβωμένη, που δεν μπορούσε να προσφέρει τίποτα στα παιδιά της.     Κερδίζει τα πρώτα του χρήματα ως δάσκαλος της κεραμοπλαστικής.  Πλάι στο ξύλο και το μέταλλο, προστίθεται και το χώμα. Ο πηλός. Πώς να μην μαγέψει τους γάλλους   ένας έλληνας που ξεκινώντας από τις ρίζες του Ολύμπου τους πάει δώρο αυτά τα παλιά υλικά, δουλεύοντάς τα με  τρόπο τέτοιο ώστε  να σαγηνεύει το βλέμμα, να  ενεργοποιεί  τη φαντασία και  να αγκαλιάζει  τον θεατή με την ζεστασιά  και την οικειότητα των σχημάτων του.

  Δημιουργεί έργα μεγάλα σε διαστάσεις. Μνημειακά. Εμβληματικό του έργο, η δημιουργία των δεξαμενών ύψους εξήντα μέτρων της πόλης Valence, κερδίζοντας το πρώτο βραβείο για το καλύτερο  αρχιτεκτόνημα της δεκαετίας 1970-80.  Στην Ελλάδα, ατσάλινα και τσιμεντένια μαζί γλυπτά του υπάρχουν στη Λάρισα, το Μνημείο της Αντίστασης και στον Βόλο, τα τσιμεντένια γλυπτά του στην παραλία της πόλης.

 Μαζί με τα μεγάλα αυτά έργα, ο Φιλόλαος όμως «κατασκεύαζε» και τους χώρους που ζούσε. Έχτιζε, διόρθωνε και κατασκεύαζε  τοίχους, έπιπλα, χρηστικά αντικείμενα. Στο ατελιέ του, τα σιδερένια πλακάκια του μπάνιου είναι φτιαγμένα από τον ίδιο. Οι ξύλινες πολυθρόνες είναι λαξεμένες από τα χέρια του ενώ μικρά ξύλινα και ατσάλινα γλυπτά, είναι τοποθετημένα στις «φωλιές» των τοίχων. Στον κήπο, αγάλματα και σιντριβάνια χειροποίητα κι αυτά.

  Σε όλο του το έργο, ο απόηχος της μεσογειακής  πατρίδας του, διαπερνά την μοντέρνα αντίληψη   και την μπολιάζει με τη δύναμη  του ξύλου,  του μέταλλου, του πηλού, του μπετόν.

    Λέει  σε μια συνομιλία με την Αθηνά Σχινά: «Αγαπώ τα πράγματα που δεν τους δίνει εύκολα κανείς σημασία, όπως τα βότσαλα, τα κόκκαλα των ζώων, οι φτερούγες των πουλιών, οι κορμοί των δέντρων, οι βλαστοί,  τα φυλλώματα και τα πέταλα των λουλουδιών». Οι οικολογικές επιλογές στη ζωή του εμφανείς. Αγαπά τη φύση. Στον κήπο του στη Γαλλία, καλλιεργεί λαχανικά,  φυτεύει φασκόμηλο, μνήμη πατρίδας κι αυτό. Η  θέρμανση γίνεται κυρίως από το τζάκι . Τα  ράφια στην κουζίνα  είναι  γεμάτα από σπιτικές κομπόστες και βότανα.

  Ο Φιλόλαος πέρασε μια ζωή στα ξένα, διατηρώντας   την προίκα της πατρώας γης, την  κουλτούρα και τον πολιτισμό των παιδικών του χρόνων ακέραια. Τραχιά, όπως η κάπα του έλληνα βοσκού που φορούσε τους παρισινούς  χειμώνες  για πανωφόρι. Και  βελούδινη,  σαν το αεράκι του  καλοκαιρινού Πηλίου που  ανανέωνε την έμπνευσή του.

    Έχοντας γνωριμία   στη Γαλλία με την οικογένεια του βαρόνου   Piere de Coubertin,  του  αναβιωτή  στη σύγχρονη εποχή, των Ολυμπιακών Αγώνων, φιλοτέχνησε  ένα άγαλμα του, με βάση  μια φωτογραφία του   στην ηλικία των τριάντα χρόνων.   Το ύψος του είναι εννέα μέτρα, με το κυρίως σώμα ύψους δύο μέτρων, να εδράζεται σε μία κυλινδρική βάση περίπου τεσσάρων μέτρων, ενώ πάνω του υπάρχει ένας πυλώνας περίπου τριών μέτρων. Το 2003, εν όψει των Ολυμπιακών αγώνων του 2004, ζητήθηκε από τον ίδιο και την οικογένειά του, να αναλάβει η πολιτεία την υλοποίηση του έργου και τη μεταφορά του στην Ελλάδα.  Η ελληνική κυβέρνηση  άφησε τον σπουδαίο αυτόν έλληνα με αναπάντητο ουσιαστικά το αίτημά του. Προφανώς είχε άλλες προτεραιότητες πιο ενδιαφέρουσες…  Για άλλη μια φορά η πατρίδα τον έδιωξε μακριά της.

  Ο Φιλόλαος Τλούπας  πέθανε τον Σεπτέμβριο του 2010 στο Παρίσι. Μετά από επιθυμία του αποτεφρώθηκε και η στάχτη του σκορπίσθηκε στον κήπο του εργαστηριού  του. Στην τελετή,  οι φίλοι του  ήπιαν ένα ποτήρι κρασί στη μνήμη του. Ο Φιλόλαος λοιπόν είναι εκεί.  Στο εργαστήρι του. Και  ονειρεύεται τη μετεμφυλιακή Λάρισα, τη βλάστηση  του Πηλίου, το αεράκι του Αιγαίου, την αγκαλιά της Μεσογείου…

(Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ).

 

       *Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής.

Ο δύσκολος αγώνας της καθημερινότητας συνεχίζεται

Ο αγώνας για την διευκόλυνση της δύσκολης καθημερινότητας στις πυρόπληκτες περιοχές της Ανατολικής Αττικής συνεχίζεται.

Τα συνεργεία του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών δουλεύουν ακατάπαυστα στο Δημαρχείο Ραφήνας κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των πληγέντων πολιτών.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι στη θέση τους παρασκευάζοντας και διανέμοντας φαγητό και ακόμα δροσερό νερό.

Σας ευχαριστούμε

Η ασπρόμαυρη ταινία των Ελλήνων

Είμαστε η Ιστορία και ο πολιτισμός της εποχής μας και των εποχών που προηγήθηκαν. Μέσα από τις πολιτικές, τη ζωγραφική, τη μουσική, τα αγάλματα, τις κινηματογραφικές ταινίες.

Του Πάνου Σκουρολιάκου*  

Όσον αφορά τον κινηματογράφο, εκείνη η εποχή της νεότερης Ιστορίας μας που γοητεύει περισσότερο τους Έλληνες είναι πιστεύω η δεκαετία του 1950. Οι ταινίες της εποχής παίζονται από την τηλεόραση εξασφαλίζοντας μεγάλες θεαματικότητες. Τα τραγούδια της ακούγονται φανατικά, γνωρίζουν επανεκτελέσεις, ακόμα και διασκευές. Στα εικαστικά, οι πρωτοπόροι δημιουργοί της είναι και σήμερα αξεπέραστοι.

Συχνές είναι οι ονειροπολήσεις προς εκείνη την εποχή. Και δεν είναι η εξ επαγγέλματος διαστροφή ενός ηθοποιού να φαντάζεται πως είναι ρόλος σε μια ασπρόμαυρη ταινία του ’50… Ένας άνθρωπος με φαρδιά κοστούμια και γραβάτα, με άσπρο πουκάμισο κι εκείνη τη ρεμπούπλικα της εποχής, που αμέσως μεταφέρεται στα «πλάνα» από την οδό Πανεπιστημίου της εποχής, την κεντρική οδό με τους λίγους πεζούς, τα ακόμα λιγότερα αυτοκίνητα, τα όμορφα κτήρια και τα γαλήνια πρόσωπα των ανθρώπων. Μια γαλήνη που ακολούθησε τη σκληρή δεκαετία του ’40 με έναν παγκόσμιο και αμέσως μετά έναν οδυνηρό εμφύλιο πόλεμο. Κάποιοι από τους πολιτικούς εξόριστους γυρνούν και η ψευδαίσθηση του σελιλόιντ είναι ανακουφιστική. Η ασπρόμαυρη οθόνη των ταινιών της εποχής δένει με την αίσθηση των Ελλήνων. Οι μισοί τα βλέπουν άσπρα και οι άλλοι μισοί μαύρα.

Όμως η κατάσταση τότε, κι ας παρουσιαζόταν μέσα από την οθόνη ασπρόμαυρη, στην πραγματικότητα ήταν χρωματιστή. Ένα σύμπλεγμα χρωμάτων που δεν καταγράφηκε. Πώς άραγε να ήταν τα χρώματά της; Οι μυρωδιές της; Στην Πανεπιστημίου οι νεραντζιές θα μύριζαν; Αναμφισβήτητα ο αέρας θα πέρναγε ευκολότερα ανάμεσα από τα κτήρια εκείνα. Ένας αέρας που θα ανέβαζε την ευωδιά του Φαλήρου ή θα κατέβαζε το πεύκο της Πάρνηθας και της Πεντέλης.

Ήταν ωραία εποχή; Αναμφισβήτητα ναι. Ήταν η εποχή όμως που προετοίμασε και πολλά κακά και δύσκολα. Ήταν η εποχή που όλοι πίστευαν ότι τώρα πια, μετά τους πολέμους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η ζωή θα καλυτερεύσει. Στα πολιτικά πράγματα όλοι πίστευαν ότι θα επέλθει μια ομαλοποίηση. Τουλάχιστον θα αδειάσουν τα Μακρονήσια προσδοκούσαν οι μεν, ενώ οι δε απολάμβαναν την απόλυτη εξουσία του νικητή. Όλοι πίστευαν ότι η ανάπτυξη είναι επί θύραις. Είτε με τη νέα, πλην όμως αναιμική εκβιομηχάνιση, είτε από τη μετανάστευση στα ορυχεία του Βελγίου, στις φάμπρικες της Γερμανίας, αλλά και σε Αμερική, Αυστραλία, Αφρική.

Αυτή η εποχή των ασπρόμαυρων ταινιών λοιπόν μας καθόρισε και αισθητικά, αλλά και σαν προοπτική ζωής. Όχι μόνο στα χρονικά όριά της, αλλά και στις πολλές επόμενες δεκαετίες που θα ακολουθούσαν. Σε αυτή την αθώα εποχή του «Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα» μπήκαν οι βάσεις για καλά, αλλά και για πολλά από τα κακά που μας ταλανίζουν σήμερα. Ό,τι προετοίμασε η πολιτική εξουσία στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια και υλοποίησε η χούντα την επόμενη δεκαετία αλλά και οι μεταδικτατορικές κυβερνήσεις μας κυνηγούν ακόμα.

Οι νικητές του Εμφύλιου έπρεπε να παραμείνουν στην εξουσία. Με κάθε μέσο. Με παρανομίες, παρατυπίες, υπόγειες διευθετήσεις. Από τις προσλήψεις στο Δημόσιο έως και την οικοδόμηση εντός του άστεως αλλά και γύρω από αυτό. Η ευωδιά του Φαλήρου και το αεράκι από Πεντέλη και Πάρνηθα τώρα πλέον δεν αναζωογονούν τους διαβάτες της Πανεπιστημίου. Γιατί αυτή η γοητευτική οδός της δεκαετίας του ’50 έχει γίνει ένας δρόμος που σε τίποτα δεν θυμίζει το παρελθόν κι ας επιμένουν να αντιστέκονται κάποια κτήρια. Η Πανεπιστημίου του 2018 προσφέρει πια ρύπους, θορύβους και κατά διαστήματα στάχτη από τα συχνά αποκαΐδια της Πάρνηθας και της Πεντέλης…

Ζω στην Περιφέρεια Αττικής και βιώνω κάθε καλοκαίρι μικρές ή μεγάλες φυσικές καταστροφές. Αυτές τις μέρες ζήσαμε μια μεγάλη καταστροφή. Ως βουλευτής Αττικής καταθέτω την οδύνη και τον απόλυτο σεβασμό στα θύματα, στις οικογένειες και σε όσους ταλαιπωρήθηκαν. Ζητώ την απόδοση ευθυνών όπου υπάρχουν, γιατί τώρα πρέπει να τολμήσουμε να διορθώσουμε τα πάντα ώστε στην επόμενη απευκταία κακή στιγμή να μη μετρήσουμε ούτε την παραμικρή απώλεια.

Αν λοιπόν ήμουν ένας ρόλος σε κάποια ταινία του ’50, ίσως είχα αντιληφθεί ότι τα πράγματα τότε δεν ήταν τόσο ρόδινα. Κάθε εποχή προετοιμάζει τις επόμενες. Έτσι και το παρελθόν μας έχει φροντίσει για το παρόν που βιώνουμε. Ας κρατήσουμε τα καλά και ιδιαιτέρως τα δημιουργικά γεννήματα του παρελθόντος κι ας προσπαθήσουμε να διορθώσουμε όσα διαχρονικά μας υπονομεύουν. Εμάς, αλλά και τις γενιές που έρχονται.

 

* Ο Π. Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ : http://www.avgi.gr/article/10812/9078155/e-aspromaure-tainia-ton-ellenon  )