Ευρωπαϊκός νεοκλασικισμός και νεοελληνικό θέατρο

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Η αναγέννηση του Θεάτρου κατά τους νεότερους χρόνους στο πλαίσιο του ελληνικού πολιτισμού, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Το αρχαίο ελληνικό δράμα, είχε σιγήσει. Οι θεατρικές καταθέσεις μετά τους ελληνιστικούς χρόνους περιορίζονται στο κρητικό δράμα που ολοκλήρωσε την παραγωγή του με την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους, ενώ η επτανησιακή παραγωγή ήταν αποσπασματική και περιορισμένη. Είχαμε και ένα αδύναμο επίσης ιησουίτικο προπαγανδιστικό του καθολικισμού θέατρο, στα νησιά του Αιγαίου. Μετά από αιώνες σιωπής υπήρχε η ανάγκη μιας ιστορικής έμπνευσης για να ζωντανέψει ξανά η αυλαία με έργα στην ελληνική γλώσσα.

Τον ρόλο του καταλύτη για τη γέννηση του νεοελληνικού θεάτρου, έπαιξαν το γαλλικό τραγικό θέατρο και οι προσπάθειες των Ιταλών δραματουργών για ένα θέατρο τραγωδίας που θα διαπραγματεύονταν θέματα υψηλών λογοτεχνικών αξιώσεων. Εμπνεόμενοι από τους αρχαίους τραγικούς ποιητές και αποδεχόμενοι τους αριστοτελικούς κανόνες οι Ιταλοί δραματουργοί, σύντομα έδωσαν έργα κυρίως αρχαιόθεμα που δημιούργησαν νέα εποχή όχι μόνο για το ιταλικό, αλλά για το παγκόσμιο θέατρο.

Το πρώτο σημαντικό έργο που γράφτηκε ήταν η «Μερόπη» του Scipione Maffei. Ήταν πρωτοποριακό έργο για την εποχή του, με σαφείς αποστάσεις από το γαλλικό θέατρο και τον ανά τους αιώνες ενεδρεύοντα λογιωτατισμό. Ο Pier Lacopo Martello πασχίζοντας να χαράξει μια κατεύθυνση για την ιταλική τραγωδία, πέρα από τις στιχουργικές επιλογές και προτάσεις του, καταφεύγει και αυτός στην αρχαία ελληνική γραμματεία, δίνοντάς μας έργα εμπνευσμένα από την αρχαιότητα, όπως την «Ιφιγένεια εν Ταύροις». Αυτός όμως που υπήρξε περισσότερο απ’ όλους τους άλλους ο άμεσος δάσκαλος και ο εμπνευστής των Ρωμιών που μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, ήταν ο Vittorio Alfieri. Έδωσε 22 τραγωδίες, οι οποίες θεωρούνται πρότυπο για την ιταλική γλώσσα και ταυτόχρονα πρόταση για την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των συμπατριωτών του. Έγραψε ακόμα και έξι κωμωδίες, την αυτοβιογραφία του και ακόμα τρία έργα πολιτικού περιεχομένου. Στον πλούτο του πολιτισμού των αρχαίων Ελλήνων κατέφυγε και αυτός για να εμπνευστεί αλλά και να αναζητήσει εκείνο το ηθικό περιεχόμενο που απαιτούσε η υψηλή τέχνη την οποία υπηρετούσε. Μερικά από τα έργα του είναι τα «Φίλιππος», «Πολυνίκης», «Αντιγόνη», «Ορέστης», «Τιμολέων».

Παρακολουθώντας τη θεατρική ζωή στην Ευρώπη οι Έλληνες διανοούμενοι και ερχόμενοι σε επαφή με τα έργα που προαναφέραμε, ανακαλύπτουν πως το θέμα τους βασίζεται σε πρόσωπα και μύθους του πολιτισμικού και γλωσσικού παρελθόντος των ιδίων. Επιδιώκοντας και αυτοί την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων, ανακαλύπτουν ξανά την αρχαία Ελλάδα και τους αρχαίους προγόνους. Καταπιάνονται λοιπόν με τη μελέτη των ευρωπαϊκών αυτών έργων που μιλούν για τους μακρινούς προγόνους και στη συνέχεια αποτολμούν να τα ζωντανέψουν στη σκηνή, μεταφρασμένα στη νεοελληνική γλώσσα της εποχής. Ο Alfieri είναι ο πρώτος συγγραφέας που ανεβαίνει στη σκηνή. Το 1858 στην Κωνσταντινούπολη ο Διονύσιος Ταβουλάρης ανεβάζει τον «Σαούλ» του Alfieri και στη συνέχεια τον «Αριστόδημο» του Monti. Η πρώτη παράσταση δόθηκε στο Μέγα Ρεύμα (Αρναούτκιοϊ) του Βοσπόρου. Στη συνέχεια, περιόδευσε στο Νεοχώρι, τα Θαραπειά, τη Στένη και αλλού. Αυτή η πρώτη προσπάθεια σύστασης της ελληνικής σκηνής απέτυχε επιχειρηματικά, αλλά είχε ανάψει τη σπίθα για τη γέννηση του νεοελληνικού θεάτρου στην Κωνσταντινούπολη, πολύ μακριά από την ελεύθερη τότε Ελλάδα.

Τη σκυτάλη παραλαμβάνουν στη συνέχεια Έλληνες δραματουργοί, που γράφουν και παρουσιάζουν τα έργα τους στο φιλοθεάμον κοινό, που με την παρότρυνση των διανοουμένων αλλά και του Οικουμενικού Πατριαρχείου αρχίζει να ενδιαφέρεται για το θέατρο και να αυξάνει τον αριθμό του. Ο Αλέξανδρος Ζωηρός παρουσιάζει τους «Τριακοσίους» του και η «Βαβυλωνία» του Δ. Βυζάντιου βλέπει τα φώτα της σκηνής την Βασιλεύουσα. Στη συνέχεια με ψεύτικους τίτλους (για προφανείς λόγους), παίχτηκαν πατριωτικά έργα όπως ο «Μάρκος Μπότσαρης» και ο «Καραϊσκάκης». Το 1862, παίζεται μια από τις καλύτερες κωμωδίες του νεοελληνικού ρεπερτορίου, ο «Φιάκας» του Δ. Μισιτζή, δασκάλου από τη Χίο, που στη συνέχεια εγκατέλειψε το δασκαλίκι για να γίνει επαγγελματίας ηθοποιός.

Οι συγγραφείς του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού λοιπόν, ανταπέδωσαν τα ελληνικά δάνεια που χρησιμοποίησαν για τα έργα τους, εμπνέοντας και καθοδηγώντας τους νεοέλληνες θεατρίνους ώστε να οργανώσουν το θέατρο της νεότερης εποχής, για να γυρίσει ξανά το θέατρο στη γλώσσα και τον τόπο της αρχαίας καταγωγής του.

Πηγές:

Π. Μποζίζιο : «Ιστορία του Θεάτρου» εκδ. Αιγόκερως

Χρ. Σταματοπούλου – Βασιλάκου: «Το ελληνικό θέατρο στην Κωνσταντινούπολη τον 19ο αιώνα» Εκδ. Νέος Κύκλος Κωνσταντινουπολιτών.

 

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ :  http://www.avgi.gr/article/10971/9410899/europaikos-neoklasikismos-kai-neoelleniko-theatro#  )

Τα δώρα της Ελιάς

Η ελιά, ο καρπός της και το λάδι της, συντελούν λοιπόν στην πολιτισμική εξέλιξη του τόπου και των ανθρώπων του. Περνούν στις καλές τέχνες είτε ως υλικό για τη ζωγραφική, είτε στη λογοτεχνία και το θέατρο

Του Πάνου Σκουρολιάκου *

Γνωστό είναι σε όλη τη μακραίωνη ιστορία της ανθρωπότητας πως ο τόπος επηρεάζει τον άνθρωπο κι ο άνθρωπος τον τόπο. Ο τελευταίος, επιδρά μάλιστα και δαμάζει τον τόπο και τον χρησιμοποιεί για τη διαβίωση και την εξέλιξή του. Ένα από τα πιο εμβληματικά φυσικά στοιχεία που διαμόρφωσαν τον Έλληνα, μπορούμε να πούμε πως είναι η ελιά.

Ο μύθος, λέει πως πατρίδα της ελιάς είναι η Αθήνα, όπου η Αθηνά την έκανε δώρο στους κατοίκους της πόλης, φυτεύοντας την στην Ακρόπολη. Όμως οι αρχαίοι Έλληνες αφοσιώθηκαν με κόπο στο ημέρωμα της άγριας ελιάς την οποία και σήμερα συναντούμε στο Αττικό τοπίο, στην Κρήτη και αλλού. Στην Κνωσό της μινωικής Κρήτης, έχουμε την πρώτη απεικόνιση της ελιάς με το σύστημα της μινωικής ιδεογράμματης γραφής, αποτυπωμένη γύρω στο 2000 π.Χ.! Τη συναντάμε ακόμη στα Ομηρικά έπη, όπου το λάδι αποκαλείται ως « χρυσό υγρό».

Συντροφεύοντας τους Έλληνες το δέντρο της ελιάς και δίνοντας τους πολύτιμο καρπό ως βρώσιμη ελιά αλλά και λάδι, διευκόλυνε τον βίο τους και γέννησε πολιτισμό. Ο τόπος και οι άνθρωποι αναγνωρίζοντας την σπουδαιότητα της, της απέδωσαν τιμές στην πολιτισμική, λατρευτική και κοινωνική ζωή τους. Στους Ολυμπιακούς αγώνες, ο κότινος, το στεφάνι από κλαδιά ελιάς, στεφάνωνε τους νικητές, απονέμοντας τους την ύψιστη τιμή. Το λάδι χρησιμοποιήθηκε για λατρευτικούς σκοπούς και όταν το δωδεκάθεο παραμερίσθηκε, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο καντήλι και το μύρο της νέας μονοθεϊστικής θρησκείας, του χριστιανισμού. Το λάδι χρησιμοποιήθηκε για θεραπευτικούς σκοπούς από τα πρώτα βήματα της ιατρικής ως το «τέλειο θεραπευτικό» κατά τον Ιπποκράτη. Ο ίδιος, αναφέρει δεκάδες φαρμακευτικές και θεραπευτικές χρήσεις του.

Η ελιά, ο καρπός της και το λάδι της, συντελούν λοιπόν στην πολιτισμική εξέλιξη του τόπου και των ανθρώπων του. Περνούν στις καλές τέχνες είτε ως υλικό για τη ζωγραφική, είτε στη λογοτεχνία και το θέατρο. Ο Αριστοφάνης στις κοσμαγάπητες «Εκκλησιάζουσες», αρχίζει το έργο με έναν ύμνο στο λυχνάρι που φέγγει καίγοντας ένα από τα πιο πολύτιμα αγαθά. Το λάδι. Περιμένοντας η Πραξαγόρα τις υπόλοιπες γυναίκες πριν το χάραμα ώστε μεταμφιεσμένες ως άνδρες για να καταλάβουν την Πνύκα και να περάσουν τους νέους νόμους, πλέκει τον ύμνο του λυχναριού: « Ω μάτι τ΄ ουρανού λαμπρό / τροχήλατο άρμα στον τροχό / τρανού τεχνίτη εσύ πλασμένο / λυχναράκι! Τη γέννα σου θα πω, / που ενώ σ΄ έβγαλ΄ ανθρώπινο μυαλό / κι είσαι φτιαγμένο από πηλό κι εύκολα σπας τη μοίρα / του ήλιου έχεις. Να φωτίζεις / όπου πάς»(1). Αλλά και στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, ο Φύλακας πληροφορεί τον Κρέοντα πως παρά τις διαταγές του να παραμείνει άταφος ο Πολυνείκης, η Αντιγόνη απέδωσε τιμές στον νεκρό αδελφό της, και «μ΄ ένα ροδοκάνι από κρουστό χαλκό χύνει από πάνω στον νεκρό τρίσπονδες χοές» (2). Το λάδι από τότε, αλλά ακόμα και σήμερα συνοδεύει τον νεκρό στην τελευταία του κατοικία. Από την αρχαία εποχή μοτίβα από κλαδιά και καρπούς ελιάς διακοσμούν αντικείμενα πολύτιμα ή και καθημερινής χρήσης, ενώ χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και ως πρότυπα για πίνακες ζωγραφικής η έργα γλυπτικής. Η ελιά, είναι ένα θέμα με το οποίο ο άνθρωπος του τόπου μας αλλά και του ευρύτερου μεσογειακού χώρου όπου ευδοκιμεί, αισθάνεται οικεία παίρνοντας ενέργεια και αισιοδοξία από την επαφή μαζί του.

Πολλά τα δώρα του πανάρχαιου αυτού δέντρου που σαν καλή γιαγιά έδωσε και δίνει συνεχώς δώρα πολύτιμα στην ανθρωπότητα.

Σημειώσεις:

(1): Μετάφραση Κώστας Ταχτσής, εκδ. Ερμής

(2): Μετάφραση Ι. Ν. Γρυπάρης, εκδ. Εστίας

*Μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Αττικής

(ΠΗΓΗ : http://www.avgi.gr/article/10812/9388507/ta-dora-tes-elias   )

Μετανάστευση και πολιτισμός

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

 

Ζούμε μια νέα μεγάλη μετακίνηση πληθυσμών. Φαινόμενο που έχει σχέση με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του καιρού μας, καταστάσεις πολέμου και βέβαια παράγοντες που επηρεάζονται από τη διεθνή πολιτική, αλλά και το παγκόσμιο πολιτιστικό γίγνεσθαι.

Οι μετανάστες εγκαταλείποντας την πατρίδα τους και πασχίζοντας να φτάσουν σε μία άλλη χώρα, της οποίας δεν έχουν την ιθαγένεια, αποσκοπούν στο να εγκατασταθούν εκεί προφυλασσόμενοι από δεινά τα οποία τους βασάνιζαν στη χώρα τους, ή να βρουν προσωρινά ένα ασφαλές περιβάλλον έως ότου οι καταστάσεις τους επιτρέψουν να γυρίσουν πίσω στον τόπο τους.

Αυτόματα στις χώρες υποδοχής ενεργοποιούνται αντιδράσεις. Από τη μια εκείνες που συμπαραστέκονται στους κατατρεγμένους πρόσφυγες επιδεικνύοντας ανοχή, ανθρωπισμό και αλληλεγγύη και από την άλλη ξενοφοβικές δυνάμεις, που φοβούνται ότι οι πρόσφυγες θα αλλοιώσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της χώρας στην οποία φτάνουν και θα σταθούν απειλή για τον πολιτισμό της. «Δεν θέλουμε να ζούμε όπως ζουν οι άνθρωποι στην Αφρική ή στη Μέση Ανατολή» υποστηρίζει ο πρωθυπουργός της Τσεχίας Αντρέι Μπάμπιτς. Ο φαιός λαϊκισμός σε όλο του το μεγαλείο, βρίσκει ευήκοα ώτα σε ένα ακροατήριο που έχει διαπαιδαγωγηθεί να αποδέχεται τέτοιες θέσεις. Η τηλεόραση, η θεματολογία συστημικών ΜΜΕ, αλλά και η καθημερινή πολιτική πρακτική του πολιτικού προσωπικού συντηρητικών κομμάτων έχουν προλειάνει το έδαφος επιτυχώς.

Η Ιστορία, όμως, μας διδάσκει ότι οι μετακινήσεις πληθυσμών στο μακρύ διάβα της εξέλιξης της κοινωνίας, ανανέωναν την κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή στους τόπους όπου κατέληγαν. Οι αποικισμοί των αρχαίων Ελλήνων πλούτισαν τους γηγενείς κατοίκους των προορισμών τους και πλουτίσθηκαν από αυτούς. Τόσο στην Ασία όπου βρέθηκαν αλλά και σε περιοχές της Ευρώπης. Στην Καππαδοκία μπόλιασαν τον πολιτισμό που έφεραν μαζί τους με πολιτισμικά αγαθά των παλιότερων κατοίκων της περιοχής. (Χεταίοι, Χατίτες, Σκύθες, Μήδοι, Πέρσες, κ.λπ.). Στη Μεγάλη Ελλάδα μετέφεραν το θέατρο και τις επιστήμες. Στους ελληνιστικούς χρόνους η συνομιλία ανάμεσα στον ελληνικό πολιτισμό και τον πολιτισμό των τόπων που κατέκτησε ο Μέγας Αλέξανδρος έδωσε σπουδαίους καρπούς. Στην Αλεξάνδρεια, σε πόλεις της Περσίας και της ευρύτερης περιοχής, επηρεάζοντας τους ντόπιους κατοίκους, αλλά και αφομοιώνοντας πολλά στοιχεία και από αυτούς.

Όμως ακόμα και στις μέρες μας, ακούγοντας ένα παραδοσιακό τραγούδι από την Κέρκυρα, ένα από τη Θράκη και ένα από την ελληνική Μικρασία, δεν αναγνωρίζει κανείς αυτονόητα τις επιρροές του πολιτιστικού περίγυρου πέραν ή γύρω από τον τόπο των Ελλήνων;

Αμφισβητεί κανείς τον πλούτο που πρόσφεραν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και δι΄ αυτής σε όλον τον κόσμο οι διά της βίας μετανάστες Αφρικανοί σκλάβοι; Αμφισβητείται η συμμετοχή του πολιτισμού τους στον παγκόσμιο πολιτισμό, με τη μουσική τους, τους χορούς, το εικαστικό τους έργο ή τη λογοτεχνία τους;

Σήμερα η διεθνής μουσική σκηνή ανανεώνεται συνεχώς, με πρωταγωνιστές μετανάστες μουσικούς από την Αφρική ή την Ασία και αγκαλιάζεται φανατικά από ένα ευρύ φάσμα ακροατών όλων των ηλικιών.

Το φαινόμενο της μετακίνησης πληθυσμών, είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο που αναζητά παγκόσμιες απαντήσεις και απαιτεί παγκόσμια συμμετοχή για την αντιμετώπισή του. Καμιά χώρα δεν μπορεί να χειρισθεί από μόνη της ένα τόσο σοβαρό ζήτημα. Με έναν αξιοπρεπή μηχανισμό διαχείρισης της ανθρώπινης κινητικότητας και η ζωή των προσφύγων – μεταναστών θα μπορούσε να γίνει καλύτερη, και βέβαια οι χώρες υποδοχής έχουν πολλά να κερδίσουν. Κοινωνικά, οικονομικά, πολιτιστικά.

Σε πολλά σημεία της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων μπορεί να συναντήσει κανείς την τέχνη προσφύγων και μεταναστών που μας φέρνει σε επαφή με νέες, ενδιαφέρουσες πολιτισμικές εμπειρίες.

*Μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής της Περιφέρειας Αττικής

 

Της Χούντας τα θεάματα

Στη χώρα μας ακροδεξιά και ναζιστικά στοιχεία, συνεπικουρούμενα πια ανερυθρίαστα από την κεντρική ιδεολογική κατεύθυνση του κόμματος της Ν.Δ., ανοιχτά έχουν αποδοθεί σε έναν αγώνα ξαναγραψίματος της Ιστορίας. Η προσπάθεια ωραιοποίησης της χούντας αφήνει κυριολεκτικά άφωνους τους Έλληνες πολίτες!

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

 Η σημερινή επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια ρουτινιάρικη εθνική επέτειος, της οποίας το νόημα έχει θολώσει. Ο αγώνας φοιτητών και λαού τον Νοέμβρη του 1973 είναι στη σημερινή Ελλάδα και Ευρώπη της αντεπίθεσης της Ακροδεξιάς πιο επίκαιρος παρά ποτέ.

Στη χώρα μας ακροδεξιά και ναζιστικά στοιχεία, συνεπικουρούμενα πια ανερυθρίαστα από την κεντρική ιδεολογική κατεύθυνση του κόμματος της Ν.Δ., ανοιχτά έχουν αποδοθεί σε έναν αγώνα ξαναγραψίματος της Ιστορίας. Η προσπάθεια ωραιοποίησης της χούντας αφήνει κυριολεκτικά άφωνους τους Έλληνες πολίτες!

Να θυμίσουμε τα βασανιστήρια, τις εξορίες, τις δολοφονίες αντιστασιακών; Ας μας επιτραπεί από αυτή τη στήλη να θυμίσουμε τα πνευματικά επιτεύγματα των ανθρώπων της δικτατορίας. Τότε που επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν το μεγάλο θέαμα για να εξωραΐσουν τη βάναυση εξουσία τους. Με εφόδιο ένα μεγαλειώδες κιτσαριό, αντέγραψαν τα μεγάλα δημόσια θεάματα και τις παράτες του χιτλερικού καθεστώτος στη ναζιστική Γερμανία και τις φανφάρες της φασιστικής Ιταλίας του Μουσολίνι.

Έτσι λοιπόν, οπτικοποιώντας χοντροκομμένες αναγνώσεις της ιστορίας και της πορείας του έθνους ανά τους αιώνες, οργάνωναν φιέστες όπου η Αφροδίτη της Μήλου, ο Λεωνίδας με τους τριακόσιους (φαντάρους από το ΚΕΒΟΠ), η Θεοδώρα του Βυζαντίου, τα τσολιαδάκια και το σήμα της χούντας με το φανταράκι που καιγότανε, αποτελούσαν ύψιστη τέχνη για το ενθουσιώδες κοινό που παρίστατο κάτω από το ερευνητικό βλέμμα του «απουσιολόγου» συναδέλφου από την υπηρεσία ή του παντογνώστη όσον αφορά δράσεις και φρονήματα γείτονα.

Σε όλη την Ελλάδα την πρωτομαγιά οργανώνονταν «ανθεστήρια», μιας και το μοναδικό νόημα της ημέρας ήταν το άνθος και η άνοιξη. Ο γιορτασμός της «Εργατικής Πρωτομαγιάς» οδηγούσε κατ’ ευθείαν στα Γιούρα και πιο κοντά στη φύση! Άρματα ανθοστολισμένα με νέες ντυμένες αρχαίες ελληνίδες, καραγκούνες ή Αμαλίες που χαιρετούσαν ναζιάρικα πάνω από αυτά.

Μικρή αλλά ουσιαστική λεπτομέρεια. Τα άνθη που στόλιζαν αυτά τα άρματα της Πρωτομαγιάς όπου ξυπνάει η φύση, ήταν πλαστικά. Στην αντίστοιχη γιορτή που λάβαινε χώρα στην Νέα Σμύρνη έπεφτε μεγάλη καζούρα για τα πλαστικά γαρίφαλα και γιασεμιά, σαν αυτά που στολίζουν τα μνήματα των νεκροταφείων.

Βεβαίως η χούντα είχε και τους καλλιτέχνες της. Άλλους ξεκάθαρα και δηλωμένα υπέρ της και άλλους που έκαναν την ανάγκη φιλότιμο και συμμετείχαν στις χουντικές τελετές ή φωτογραφίζονταν με τους αρχιπραξικοπηματίες. Ονόματα δεν θα αναφέρουμε, τα έχουν αναφέρει άλλοι και είναι καταγεγραμμένα.

Όμως το χουντικό καθεστώς δεν περιόρισε τις αισθητικές του αναζητήσεις στο στενό πλαίσιο της χώρας. Οραματίστηκε διεθνείς καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και τις υλοποίησε. Διοργάνωσε στο Καλλιμάρμαρο έξι τον αριθμό (1968 – 1973), «Ολυμπιάδες Τραγουδιού» με διεθνείς συμμετοχές. Υπήρχαν συμμετοχές από όλη την Ευρώπη, αλλά και από την Αυστραλία, το Πακιστάν, την Αργεντινή και από κράτη του «σοσιαλιστικού μπλοκ» όπως η Ρουμανία, η Πολωνία και η Βουλγαρία! Δυστυχώς…

Στο μενού των πνευματικών εκδηλώσεων της χούντας υπήρχαν ακόμα και λογοτεχνικοί διαγωνισμοί και βραβεία, έπαινοι της Ακαδημίας Αθηνών, πολεμικές εκθέσεις κ.λπ.

Μεγάλο κεφάλαιο είναι η συμμετοχή της χουντικής τηλεόρασης σε όλο αυτό το «πολιτιστικό πρόγραμμα» της δικτατορίας. Εκπομπές – αντίγραφα επιτυχημένων τηλεοπτικών θεαμάτων του εξωτερικού, εκπομπές με δημοτική μουσική που εξέθεσαν και την παραδοσιακή μουσική αλλά και τη φορεσιά, βάζοντάς τις στο πλαίσιο του αλήστου μνήμης «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια».

Εκπομπές με χορευτικά και τραγουδιστές που ενέκρινε κάποιος ταγματάρχης. Λογοτεχνικές εκπομπές αφελούς παραλογοτεχνίας και ανάμεσα σε όλα αυτά η εμβληματική τηλεοπτική σειρά του Κώστα Μουρσελά «Εκείνος κι Εκείνος». Με υπόγειο χιούμορ πέρναγε μηνύματα που συνέπαιρναν το τηλεοπτικό κοινό.

Πώς πέρναγε τη λογοκρισία; Απλώς ο κύριος ταγματάρχης δεν καταλάβαινε τι διαβάζει. Όταν όμως οι χουντικοί διαπίστωσαν πως κάτι δεν πάει καλά εδώ, έβαλαν κάποιον συγκεκριμένο κριτικό κινηματογράφου (το όνομά του μου το έχει εμπιστευθεί ο αείμνηστος Κώστας Μουρσελάς), δικό τους άνθρωπο, που καταλάβαινε τι διαβάζει, και έτσι το υπέροχο αυτό σίριαλ σταμάτησε να μεταδίδεται. Είχε προλάβει όμως να ψυχαγωγήσει και με τις δύο έννοιες του όρου τους θεατές.

Εν κατακλείδι, η χούντα με τα προπαγανδιστικά κακόγουστα θεάματά της, αν πέτυχε κάτι, αυτό είναι να εκτεθεί, να γίνει περίγελος, να γίνει κωμωδία με την οποία ακόμα γελάμε αβίαστα!

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ : http://www.avgi.gr/article/10812/9348933/tes-chountas-ta-theamata  )

Ο διαχωρισμός κράτους – Εκκλησίας εντός και εκτός Ελλάδας

Η χώρα μας, κουβαλώντας την κληρονομιά της ίδρυσης της Εκκλησίας της Ελλάδος από τους Βαυαρούς διαφεντευτές του νέου ελληνικού κράτους, έχει δύο αιώνες τώρα αρκούντως ταλαιπωρηθεί από το σφιχταγκάλιασμα κοσμικής και πνευματικής εξουσίας. Με την ανακήρυξη του αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1833, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αρνείται να δεχτεί την απόσπαση κανονικών εδαφών που του ανήκουν και μόνο το 1850- και κατόπιν πολιτικών πιέσεων- αποδέχεται την κατάσταση, εκδίδοντας τον Τόμο Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Σε κάθε βήμα της νεότερης ιστορίας μας, η Εκκλησία, που είναι βαθιά ριζωμένη στις παραδόσεις, τις αναφορές και τις καρδιές μεγάλου μέρους του λαού, χρησιμοποιήθηκε από κοσμικές πολιτικές δυνάμεις για τις δικές τους επιδιώξεις και την εξυπηρέτηση ιδιοτελών τους συμφερόντων. Αρχιερατικές μίτρες και ράβδοι ευλόγησαν τόπους εξορίας, βασανισμούς και εξοντώσεις πολιτικών αντιπάλων. Η «δεξιά του Κυρίου», ταυτιζόμενη με τη δεξιά πολιτική παράταξη, φρόντιζε να δικαιολογεί παρανομίες, αυθαιρεσίες και αντιδημοκρατικές συμπεριφορές, απολαμβάνοντας μέρος της κοσμικής εξουσίας. Δυστυχώς, το φαινόμενο αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τα καθ’ ημάς. Εχει προϊστορία και διαστάσεις διεθνείς, με πλέον πρόσφατο παράδειγμα τις αναταράξεις λόγω της χορήγησης αυτοκεφαλίας στην Ουκρανική Εκκλησία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, τον ρωσοουκρανικό πόλεμο και την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, σειρά πήρε η τακτοποίηση θεμάτων που αφορούν στη διοίκηση των ορθόδοξων Εκκλησιών. Εν προκειμένω, της Ουκρανικής Εκκλησίας, που συγκροτείται σε τρεις αντίπαλες μεταξύ τους ουκρανικές ορθόδοξες Εκκλησίες: μια Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία με αναφορά στο Πατριαρχείο Μόσχας, μια άλλη με το ίδιο όνομα, αλλά με αναφορά στο Πατριαρχείο Κιέβου, και, τέλος, την Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία.

Και εδώ, λοιπόν, η κοσμική εξουσία (ουκρανική κυβέρνηση) διεκδικεί τον έλεγχο της πνευματικής εξουσίας, επιδιώκοντας την οργάνωση της Εκκλησίας στην Ουκρανία στη γραμμή μιας καθαρής – εθνικής Εκκλησίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο καλείται να αναγνωρίσει το αυτοκέφαλο της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως αυτή είχε συγκροτηθεί το 1921. Παράλληλα, να ανακαλέσει το προνόμιο της χειροτονίας του μητροπολίτη Κιέβου από τον Πατριάρχη Μόσχας – προνόμιο που το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο παλαιότερα είχε παραχωρήσει. Οι κανόνες που απορρέουν από τις Οικουμενικές Συνόδους επιβάλλουν τις αποφάσεις στις οποίες κατέληξε η Κωνσταντινούπολη. Την ικανοποίηση, δηλαδή, των αιτημάτων. Η ουκρανική κυβέρνηση δηλώνει ικανοποιημένη, ενώ η ρωσική διαμηνύει ότι θα υπερασπιστεί τα συμφέροντα των ορθοδόξων σε περίπτωση εκδήλωσης θρησκευτικών ταραχών. Το θέμα της Εκκλησίας και των πνευματικών πραγμάτων της Ουκρανίας ευθυγραμμίζεται με το ιστορικό των σχέσεων ανάμεσα σε Μόσχα και Κίεβο.

Υπάρχει παράλληλα και ο ενδοεκκλησιαστικός αγώνας για την εξουσία επί του ορθόδοξου πληρώματος των Εκκλησιών. Το Πατριαρχείο Μόσχας πολιτεύεται με σαφή στόχο την αφαίρεση των πρωτείων του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ώστε το ίδιο να παίξει τον ρόλο του οικουμενικού κέντρου της Ορθοδοξίας. Πορεύεται ευθυγραμμιζόμενο με τις γεωπολιτικές επιδιώξεις του ρωσικού κράτους, έχοντας την πλήρη στήριξη, αν όχι και την καθοδήγησή του. Αλλωστε, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης η νέα εξουσία ποντάρει πολλά στον θρησκευτικό παράγοντα.

Ετσι, λοιπόν, το Οικουμενικό Πατριαρχείο καλείται, από την έδρα του στην Κωνσταντινούπολη και εν μέσω μη φιλικού περιβάλλοντος, να ισορροπήσει ανάμεσα στις ανάγκες της σύγχρονης ιστορίας και τις πολιτικές και γεωπολιτικές εξελίξεις, αντιμετωπίζοντας θέματα απομονωτισμού και εθνικισμού που ταλανίζουν την Ορθοδοξία. Ευχής έργο θα ήταν η κοσμική και η πνευματική εξουσία να συνομιλούν, να συνεργάζονται, αλλά να μην χρησιμοποιούν η μία την άλλη. Καθημερινά αποδεικνύεται ότι κάτι τέτοιο μόνο δεινά επιφέρει και στους δύο χώρους. Η ταύτιση Εκκλησίας – κράτους, που θεμελιώνεται από την ίδρυση του Βυζαντίου, δεν μπορεί καθόλου να αφορά στη δική μας εποχή.

Σε ό,τι αφορά στη χώρα μας, είναι σημαντική η συζήτηση που γίνεται για το θέμα αυτό με αφορμή την επί θύραις Συνταγματική Αναθεώρηση και το άρθρο 3, που πραγματεύεται τις σχέσεις κράτους – Εκκλησίας. Θα καταργηθεί το άρθρο; Θα κατοχυρωθεί ρητά η θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους; Θα υπάρξουν σαφώς διακριτοί ρόλοι ανάμεσα στο κράτος και την Εκκλησία; Βέβαιο είναι ότι η Ορθοδοξία και το πλήρωμά της, τα κράτη αλλά και οι λαοί τους έχουν ανάγκη από αρχές και κανόνες που απαντούν στις σύγχρονες ανάγκες λειτουργίας τόσο του κράτους όσο και της Εκκλησίας προς όφελος των πολιτών, θρησκευόμενων ή μη.

* Βουλευτής Αττικής του ΣΥΡΙΖΑ, Γραμματέας της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής

(ΠΗΓΗ : https://neaselida.gr/ideogrammata/o-diachorismos-kratoys-ekklisias-entos-kai-ektos-elladas/   )

 

Η συμβολή της εκκλησιαστικής τέχνης…

 

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Με αφορμή την αποστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην ομιλία του για τις σχέσεις Εκκλησίας – κράτους, (πως «Η Εκκλησία είχε ουσιαστικό ρόλο στη γέννηση και διαμόρφωση της ταυτότητας του ελληνικού κράτους»), θα ήθελα να καταθέσω κάποιες σκέψεις όσον αφορά τη συμβολή της εκκλησιαστικής τέχνης στη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας.

Κατ’ αρχήν, οι διεργασίες που έχουν να κάνουν με τη δημιουργία μιας εθνικής ταυτότητας, δεν αρχίζουν ούτε τελειώνουν σε απόλυτα ορισμένο χρονικά σημείο. Αποτελούν μέρος εξελίξεων αργών, πολύπλοκων και εξαρτώνται από ποικίλους παράγοντες. Βγαίνοντας το Έθνος των Ελλήνων χριστιανών (σύμφωνα με το πρώτο σύνταγμα) από την τετρακοσίων ετών σκλαβιά υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία, άντλησε για τη διαμόρφωση της ταυτότητάς του, τα στοιχεία εκείνα που το διαφοροποιούσαν από την εξουσία, στην οποία ήταν υπόδουλο. Το πιο δυνατό από αυτά, ήταν αυτό της πίστης. Της θρησκείας. Ήταν και ένα από τα δυνατά στοιχεία που σήκωσαν το βάρος της αντίστασης στον κατακτητή καθ’ όλο το διάστημα της σκλαβιάς.

Ποιο ήταν το θρησκευτικό απόθεμα που συνετέλεσε στη διαμόρφωση της ταυτότητας του νέου ελληνικού κράτους; Να σημειώσουμε πως η θρησκεία και εν προκειμένω το δόγμα της Ορθοδοξίας δεν μορφοποιήθηκε και δεν ολοκληρώθηκε όσον αφορά τα λειτουργικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά του εν καινώ. Άντλησε και αυτή από τον ήδη υπάρχοντα πολιτισμικό πλούτο και εν προκειμένω τον πλούτο των αρχαίων Ελλήνων. Η εσωτερική αρχιτεκτονική του ορθόδοξου ναού, για παράδειγμα, αποτελεί αντίγραφο της σκηνογραφικής όψης του αρχαίου ελληνικού θεάτρου, από το οποίο δανείστηκε εκτός των άλλων και παραστατικά στοιχεία όπως στις τελετές του Σταυρού, της Αποκαθήλωσης και της Ανάστασης.

Ο θαυμασμός προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό που έτρεφαν μεγάλοι πατέρες και ιεράρχες της Εκκλησίας κατά τη βυζαντινή περίοδο και μάλιστα μετά τον 4ο αιώνα, έστρεψε αποφασιστικά την Εκκλησία στο να αναζητήσει αισθητικά πρότυπα και λύσεις από την αρχαιότητα. Έπαιρνε όμως από ‘κεί ό,τι ακριβώς είχε ανάγκη. Η χριστιανική αντίληψη ότι πρέπει κανείς να επιζητεί μόνο τα απολύτως αναγκαία, αυτά μόνον που υπηρετούν την πίστη και την άσκηση των καθηκόντων που αυτή προβλέπει, οδήγησε σημαντικούς ιεράρχες, όπως τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, να θεωρεί «ματαιοπονία» και «κακοτεχνία», κάθε τέχνη που δεν υπηρετεί τη λατρευτική ζωή. Η ζωγραφική, έχει νόημα (και σκοπό), μόνο όταν υπηρετεί το θείον. Εδώ, λοιπόν, «αγιάζεται» η αγιογραφία. Ο μαθητής μάλιστα του Χρυσόστομου Ισίδωρος Πηλουσιώτης, φτάνει ακόμα πιο μακριά. Κατακρίνει την υπερβολική διακόσμηση των ναών και εγκαλεί επισκόπους για την επιλογή τους στη ναοδομία και τον καλλωπισμό της.

Η κουλτούρα της Εκκλησίας, επηρέασε το γένος μας λοιπόν και μέσα από τη ζωή του νέου ελληνικού κράτους. Η εκκλησιαστική τέχνη περνώντας πολλά στάδια εξέλιξης και ανάπτυξης, διαμόρφωσε την αισθητική των θρησκευομένων, αλλά και μη θρησκευομένων πολιτών. Στην αρχή αυθόρμητα και ως λαϊκή επιλογή. Μετέπειτα ως επίσημο κρατικό δόγμα με ό,τι συνεπάγεται αυτό και στη συνέχεια και με το υλικό που προσέφεραν λόγιοι δημιουργοί που επηρεάσθηκαν από την εκκλησιαστική τέχνη και την ενσωμάτωσαν στο έργο τους. Τρανό παράδειγμα ο ζωγράφος, αγιογράφος και συγγραφέας Φώτης Κόντογλου. Αφήνοντας πίσω του τις διάσημες σχολές της εποχής του, όπως του Παρισιού όπου έζησε ένα διάστημα ή του Μονάχου, στρέφει το βλέμμα του στη βυζαντινή ζωγραφική, μελετώντας τη στο Άγιον Όρος. Σπουδαίος αγιογράφος, μπόλιασε τις θρησκευτικές εικόνες με τη δύναμη της «εγκόσμιας ζωγραφικής». Όμως και στη μουσική και σε όλο το φάσμα των τεχνών η επήρεια της εκκλησιαστικής τέχνης στον σύγχρονο πολιτισμό μας, είναι ζωντανή και σημαντική.

Στον βαθμό που οι τέχνες συμβάλλουν στη δημιουργία της εθνικής ταυτότητας, η τέχνη που γεννήθηκε και διακονήθηκε μέσα στην Εκκλησία, αναντίρρητα έχει συμβάλει στη μορφοποίηση αυτής της ταυτότητας όσον μας αφορά ως έθνος και ως κρατική οντότητα. Αναμφισβήτητα συμβάλλουν σε αυτή τη διαδικασία και πολλοί άλλοι παράγοντες. Όμως η τέχνη και εν προκειμένω η εκκλησιαστική δεν μπορούσε, παρά να επηρεάσει βαθύτατα τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό. Υπάρχει στη ρίζα των δημιουργιών της σύγχρονης Ελλάδας και δίνει καρπούς άλλοτε ολοφάνερα αναγνώσιμους και άλλοτε επιμελώς κρυμμένους.

 

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ : http://www.avgi.gr/article/10812/9327412/e-symbole-tes-ekklesiastikes-technes-   )