Ευρωπαϊκός νεοκλασικισμός και νεοελληνικό θέατρο

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Η αναγέννηση του Θεάτρου κατά τους νεότερους χρόνους στο πλαίσιο του ελληνικού πολιτισμού, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Το αρχαίο ελληνικό δράμα, είχε σιγήσει. Οι θεατρικές καταθέσεις μετά τους ελληνιστικούς χρόνους περιορίζονται στο κρητικό δράμα που ολοκλήρωσε την παραγωγή του με την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους, ενώ η επτανησιακή παραγωγή ήταν αποσπασματική και περιορισμένη. Είχαμε και ένα αδύναμο επίσης ιησουίτικο προπαγανδιστικό του καθολικισμού θέατρο, στα νησιά του Αιγαίου. Μετά από αιώνες σιωπής υπήρχε η ανάγκη μιας ιστορικής έμπνευσης για να ζωντανέψει ξανά η αυλαία με έργα στην ελληνική γλώσσα.

Τον ρόλο του καταλύτη για τη γέννηση του νεοελληνικού θεάτρου, έπαιξαν το γαλλικό τραγικό θέατρο και οι προσπάθειες των Ιταλών δραματουργών για ένα θέατρο τραγωδίας που θα διαπραγματεύονταν θέματα υψηλών λογοτεχνικών αξιώσεων. Εμπνεόμενοι από τους αρχαίους τραγικούς ποιητές και αποδεχόμενοι τους αριστοτελικούς κανόνες οι Ιταλοί δραματουργοί, σύντομα έδωσαν έργα κυρίως αρχαιόθεμα που δημιούργησαν νέα εποχή όχι μόνο για το ιταλικό, αλλά για το παγκόσμιο θέατρο.

Το πρώτο σημαντικό έργο που γράφτηκε ήταν η «Μερόπη» του Scipione Maffei. Ήταν πρωτοποριακό έργο για την εποχή του, με σαφείς αποστάσεις από το γαλλικό θέατρο και τον ανά τους αιώνες ενεδρεύοντα λογιωτατισμό. Ο Pier Lacopo Martello πασχίζοντας να χαράξει μια κατεύθυνση για την ιταλική τραγωδία, πέρα από τις στιχουργικές επιλογές και προτάσεις του, καταφεύγει και αυτός στην αρχαία ελληνική γραμματεία, δίνοντάς μας έργα εμπνευσμένα από την αρχαιότητα, όπως την «Ιφιγένεια εν Ταύροις». Αυτός όμως που υπήρξε περισσότερο απ’ όλους τους άλλους ο άμεσος δάσκαλος και ο εμπνευστής των Ρωμιών που μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, ήταν ο Vittorio Alfieri. Έδωσε 22 τραγωδίες, οι οποίες θεωρούνται πρότυπο για την ιταλική γλώσσα και ταυτόχρονα πρόταση για την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των συμπατριωτών του. Έγραψε ακόμα και έξι κωμωδίες, την αυτοβιογραφία του και ακόμα τρία έργα πολιτικού περιεχομένου. Στον πλούτο του πολιτισμού των αρχαίων Ελλήνων κατέφυγε και αυτός για να εμπνευστεί αλλά και να αναζητήσει εκείνο το ηθικό περιεχόμενο που απαιτούσε η υψηλή τέχνη την οποία υπηρετούσε. Μερικά από τα έργα του είναι τα «Φίλιππος», «Πολυνίκης», «Αντιγόνη», «Ορέστης», «Τιμολέων».

Παρακολουθώντας τη θεατρική ζωή στην Ευρώπη οι Έλληνες διανοούμενοι και ερχόμενοι σε επαφή με τα έργα που προαναφέραμε, ανακαλύπτουν πως το θέμα τους βασίζεται σε πρόσωπα και μύθους του πολιτισμικού και γλωσσικού παρελθόντος των ιδίων. Επιδιώκοντας και αυτοί την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων, ανακαλύπτουν ξανά την αρχαία Ελλάδα και τους αρχαίους προγόνους. Καταπιάνονται λοιπόν με τη μελέτη των ευρωπαϊκών αυτών έργων που μιλούν για τους μακρινούς προγόνους και στη συνέχεια αποτολμούν να τα ζωντανέψουν στη σκηνή, μεταφρασμένα στη νεοελληνική γλώσσα της εποχής. Ο Alfieri είναι ο πρώτος συγγραφέας που ανεβαίνει στη σκηνή. Το 1858 στην Κωνσταντινούπολη ο Διονύσιος Ταβουλάρης ανεβάζει τον «Σαούλ» του Alfieri και στη συνέχεια τον «Αριστόδημο» του Monti. Η πρώτη παράσταση δόθηκε στο Μέγα Ρεύμα (Αρναούτκιοϊ) του Βοσπόρου. Στη συνέχεια, περιόδευσε στο Νεοχώρι, τα Θαραπειά, τη Στένη και αλλού. Αυτή η πρώτη προσπάθεια σύστασης της ελληνικής σκηνής απέτυχε επιχειρηματικά, αλλά είχε ανάψει τη σπίθα για τη γέννηση του νεοελληνικού θεάτρου στην Κωνσταντινούπολη, πολύ μακριά από την ελεύθερη τότε Ελλάδα.

Τη σκυτάλη παραλαμβάνουν στη συνέχεια Έλληνες δραματουργοί, που γράφουν και παρουσιάζουν τα έργα τους στο φιλοθεάμον κοινό, που με την παρότρυνση των διανοουμένων αλλά και του Οικουμενικού Πατριαρχείου αρχίζει να ενδιαφέρεται για το θέατρο και να αυξάνει τον αριθμό του. Ο Αλέξανδρος Ζωηρός παρουσιάζει τους «Τριακοσίους» του και η «Βαβυλωνία» του Δ. Βυζάντιου βλέπει τα φώτα της σκηνής την Βασιλεύουσα. Στη συνέχεια με ψεύτικους τίτλους (για προφανείς λόγους), παίχτηκαν πατριωτικά έργα όπως ο «Μάρκος Μπότσαρης» και ο «Καραϊσκάκης». Το 1862, παίζεται μια από τις καλύτερες κωμωδίες του νεοελληνικού ρεπερτορίου, ο «Φιάκας» του Δ. Μισιτζή, δασκάλου από τη Χίο, που στη συνέχεια εγκατέλειψε το δασκαλίκι για να γίνει επαγγελματίας ηθοποιός.

Οι συγγραφείς του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού λοιπόν, ανταπέδωσαν τα ελληνικά δάνεια που χρησιμοποίησαν για τα έργα τους, εμπνέοντας και καθοδηγώντας τους νεοέλληνες θεατρίνους ώστε να οργανώσουν το θέατρο της νεότερης εποχής, για να γυρίσει ξανά το θέατρο στη γλώσσα και τον τόπο της αρχαίας καταγωγής του.

Πηγές:

Π. Μποζίζιο : «Ιστορία του Θεάτρου» εκδ. Αιγόκερως

Χρ. Σταματοπούλου – Βασιλάκου: «Το ελληνικό θέατρο στην Κωνσταντινούπολη τον 19ο αιώνα» Εκδ. Νέος Κύκλος Κωνσταντινουπολιτών.

 

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ :  http://www.avgi.gr/article/10971/9410899/europaikos-neoklasikismos-kai-neoelleniko-theatro#  )

Για τον Κώστα Μουρσελά

Του Πάνου Σκουρολιάκου *

Αν στα λεξικά για κάθε λήμμα υπήρχε και μια φωτογραφία, στο λήμμα «σεμνότητα» θα έπρεπε να εμφανίζεται η φωτογραφία του συγγραφέα Κώστα Μουρσελά. Η πρώτη μου επαφή μαζί του…

Αν στα λεξικά για κάθε λήμμα υπήρχε και μια φωτογραφία, στο λήμμα «σεμνότητα» θα έπρεπε να εμφανίζεται η φωτογραφία του συγγραφέα Κώστα Μουρσελά.

Η πρώτη μου επαφή μαζί του ήταν βεβαίως μέσα από τα έργα του. Κατ’ αρχήν με το εμβληματικό «Εκείνος κι Εκείνος» και τους ανεπανάληπτους Διαμαντόπουλο και Μιχαλακόπουλο στους ρόλους του Λουκά και του Σόλωνα, που ξεγλίστρησε από τη χουντική λογοκρισία και παιζόταν στην τηλεόραση εκείνη τη μαύρη περίοδο. Μετά με τα θεατρικά του έργα «Άνθρωποι και άλογα» και «Η κυρία δεν πενθεί» στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, το «Ω τι κόσμος μπαμπά» στο Θέατρο Σάτιρας και πολλά ακόμη, έως την πεζογραφία του, με κορυφαίο το μυθιστόρημα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά».

Το καλοκαίρι του 2011 θέλαμε να ανεβάσουμε στο θέατρο το «Εκείνος κι Εκείνος». Του ζητήσαμε την άδεια. Δέχτηκε με χαρά. Αλλά, ω της σεμνότητας, μας είπε: «Είσαστε σίγουροι, βρε παιδιά, πως θέλετε να το ανεβάσετε; Μήπως χάσετε τα λεφτά σας; Λέει κάτι σήμερα;».

Ο Μουρσελάς ήξερε ότι έχει να πει πολλά ο λόγος του και τότε και στο μέλλον, όπως και την εποχή της δικτατορίας. Γιατί ο Μουρσελάς δεν έγραψε επικαιρικά. Έκανε κείμενα βγαλμένα από τα σπλάχνα της Ιστορίας και της ανθρώπινης ύπαρξης και ως εκ τούτου επίκαιρα για κάθε εποχή. Θα θυμάμαι πάντα την ευγενική του αγανάκτηση για τις τρέχουσες εξελίξεις στη χώρα μας εκείνη την πρώτη περίοδο των Μνημονίων και του τρόπου που αντιμετώπιζαν τον ελληνικό λαό οι τότε κυβερνώντες.

Μιλώντας με τους Α. Φωστιέρη και Θ. Νιάρχο για το περιοδικό «Λέξη» το 1993, ο παλιός ΕΠΟΝίτης Κώστας Μουρσελάς, που ακολούθησε όλη τη διαδρομή της ηττημένης στον Εμφύλιο Αριστεράς, δηλώνει: «Πάει καιρός που έπαψα να κρίνω πολιτικά συστήματα, ιδεολογίες, κοινωνικές πραγματικότητες. Όλα αυτά μπορεί να επηρέασαν ζωές, συνειδήσεις, ψυχολογίες, να διαμόρφωσαν ανθρώπους, να γέννησαν το έγκλημα, την προδοσία, φιλοδοξίες, τραμπούκους και ήρωες, και μάρτυρες και αγίους, μπορεί από αυτό το πάνθεον να προέρχονται και οι σημερινοί δυνάστες μας ή και κάποιες ελπίδες μας, όμως εγώ γράφοντας δεν θέλω να γράψω Ιστορία, να ερμηνεύσω την Ιστορία, δεν θέλω να απολογηθώ, δεν θέλω να καταγράψω την πορεία του τόπου μου, τουλάχιστον δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου όταν έγραφα τα ‘Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά’. Απλώς ήθελα να εκθέσω τον άνθρωπο πριν απ’ όλα, να φτάσω στον πυρήνα της ύπαρξής του».

Χωρίς πομπώδεις εκφράσεις προθέσεων, ξορκίζοντας την παραταξιακή λογοτεχνία, εν τέλει ο Μουρσελάς μας παραδίδει μια δυνατή και προικισμένη αισθητικά εκδοχή της Ιστορίας, αναδεικνύοντας τον βαθύ πυρήνα των πραγμάτων. Μας δίνει την αληθινή εκδοχή της Ιστορίας του τόπου και των ανθρώπων του, με ειλικρίνεια και απόλυτη εντιμότητα. Στο επίκεντρο του έργου του είναι ο άνθρωπος απέναντι στα δεινά της εποχής του και αυτό είναι βαθιά προοδευτικό. Αλλά ήταν, όπως είπαμε, αρκετά σεμνός, ώστε να ομολογήσει και στον εαυτό του τον ίδιο πως ερμήνευε τελικά την Ιστορία, δίνοντας σήματα ελπιδοφόρας πορείας.

Εν τέλει ανεβάσαμε το «Εκείνος κι Εκείνος». Στους ρόλους ο γράφων και ο Τάσος Χαλκιάς. Σκηνοθέτης ο Γιάννης Καραχισαρίδης και σκηνογράφος – ενδυματολόγος ο Αντώνης Χαλκιάς. Ειλικρινά κανένας άλλος ρόλος δεν μου ζήτησε τόσα πολλά. Πρώτη φορά ήμουν στο απόλυτο σκοτάδι ως προς την έκβαση του αποτελέσματος. Ο θεατρικός λόγος του Μουρσελά δεν μοιάζει με κανέναν άλλο. Είναι απόλυτα προσωπικός και υπέροχα γοητευτικός.

Η βραδιά της πρεμιέρας με παρόντες ανάμεσα στο κοινό τους Κώστα Μουρσελά και Γιώργο Μιχαλακόπουλο (ο Βασίλης Διαμαντόπουλος είχε «φύγει»), αλλά και τον σημερινό πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, ήταν από τις ωραιότερες στιγμές που έχω ζήσει αυτά τα σαράντα χρόνια στο θέατρο. Η απήχηση έργου και παράστασης ήταν συγκλονιστική εμπειρία.

Στην ίδια συζήτηση που προανέφερα, ο συγγραφέας καταλήγει: «… Παντού και πάντα θα παλεύει το καλό με το κακό».

Σε αυτήν τη διαπάλη ο Κώστας Μουρσελάς, στρατευμένος πάντα με το μέρος του καλού, έως το 2017 που «έφυγε», έδωσε τις δικές του σπουδαίες μάχες. Και ακόμα μας άφησε πνευματικά εφόδια να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για το καλό, με τα έργα του, τις σκέψεις του, την υποδειγματική του στάση ζωής.

* Μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ : http://www.avgi.gr/article/10812/9091636/gia-ton-kosta-moursela   )

Τιμητική πλακέτα από την Ο.Μ. ΑΧΑΡΝΩΝ σε εκδήλωση στο

Δημαρχείο Αχαρνών για την συλλογή διηγημάτων ΞΥΛΙΝΑ ΧΑΛΚΙΝΑ ΚΡΟΥΣΤΑ.

Το βιβλίο παρουσίασε ο ποιητής Αντώνης Γκάτζης, αποσπάσματα διάβασαν οι ηθοποιοί

Λευτέρης Λουκαδής και Μαρία Φιλίππου, ενώ μελοποιημένα αποσπάσματα τραγούδησε ο

Τάκς Μπινιάρης. (Αχαρνές, 2/2/2014)pizap.com13861524136401 +-_Β+-+-+__Ζ_Δ+_ +μ+ξ+κ+β+Ψ+Σ +Σ+π+Σ+κ+ζ+σ+ζ

Τα ΞΥΛΙΝΑ ΧΑΛΚΙΝΑ ΚΡΟΥΣΤΑ στην Αμφίκλεια

 Από την παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων στην Αμφίκλεια.

Τη διοργάνωση έκανε η «Πρωτοβουλία Πολιτών Αμφίκλειας», στο βιβλιοπωλείο  «Της γνώσης το Δαδί».

Για το βιβλίο μίλησαν η ποιήτρια Μαρία Σκουρολιάκου και η φιλόλογος – γυμνασιάρχης Ελένη Μπέσιου.

Αποσπάσματα διάβασαν οι εκπαιδευτικοί  Ευγενία Πανουργιά και Ευσταθία Πολυζώη. Την εκδήλωση προλόγισε ο Δημήτρης Καλπύρης.2014.02.19 ΑΜΦΙΚΛΕΙΑ (29)

 

Εισήγηση της ποιήτριας    Μαρίας Σκουρολιάκου

Καλησπέρα σας,

Χάρις  στην  όμορφη σκέψη και πρόταση   της Πρωτοβουλίας πολιτών  ,  έχουμε τη χαρά και την τιμή  απόψε, να είναι κοντά μας, ο Πάνος Σκουρολιάκος,  ένας δικός μας άνθρωπος, Δαδιώτης , που πολύ συχνά είναι μαζί μας , κυκλοφορεί στα σπίτια μας  και μας χαρίζει το θεατρικό του ταλέντο , μέσα από διάφορους ρόλους .

Προσωπικά, αισθάνομαι πολύ ωραία με τη συγγένεια και το κοινό μας όνομα. Αφήστε δε, που όπου και να συστηθώ , ρωτούν, τον Πάνο τι τον έχεις;   Έτσι χάριν σ΄εκείνον  θυμούνται κι εμένα .

Ο Πάνος Σκουρολιάκος  σήμερα  μας εκπλήσσει,  με  μια άλλη του πλευρά, τη συγγραφική.

Με μια γραφή, που   ξάφνιασε τους κριτικούς, στις μέχρι τώρα παρουσιάσεις  που έγιναν στην Αθήνα και την Περιφέρεια,  καθώς σπάνια γράφεται πια. Γραφή ανατρεπτική, που αποτυπώνει και  φιλοσοφεί το ανθρώπινο δράμα και το άρρητο  της οδύνης,  με ιδιότυπο τρόπο .  Που  έχει ποιητική πυκνότητα,  υπερβαίνει  το χρόνο  της δράσης,  και  ακροβατεί  ανάμεσα στο όνειρο , τη μαγεία και την εσωτερικότητα.  Παίρνει   τον παλιό κόσμο  και, δεν τον αφηγείται ,αλλά τον αναδημιουργεί. Το πραγματικό με το φανταστικό  αλληλοσυμπληρώνονται και συμβαίνουν  πράγματα , υπερβατικά,  που όμως  είναι παραδεκτά.

Θα ταξιδέψουμε λοιπόν στο βιβλίο « Ξύλινα , Χάλκινα , κρουστά», που περιέχει  κείμενα, γραμμένα στη δεκαετία του ΄80 .  Είναι η καταγραφή, ενός κόσμου της μεταπολεμικής εποχής  του 60-70, που όμως, γίνεται υπαρκτό ενδεχόμενο στο δικό μας  τώρα, πόσο μάλλον, όταν  βιωματικές συνθήκες,   προσεγγίζουν τους ανθρώπους του βιβλίου και  ο χρόνος γίνεται παλίνδρομος,  λες  και   βρίσκεται κανείς στην Αθήνα  ή  σε κάποια πονεμένη γωνιά  της επαρχίας, στο   χτες και στο σήμερα .

Η  συμπύκνωση  και  η  μικρή φόρμα  έχουν ιδιαίτερη  δύναμη που διατρέχει κάθε ιστορία. Χωρίς να κουράζει όπως γίνεται με τα μυθιστορήματα, φέρει ταυτόχρονα και ένα ποιητικό ρυθμό που υποβάλλει τον αναγνώστη και τον μαγεύει. Τον κάνει  άμεσα κοινωνό, της ιδιαίτερης ματιάς,  στα πράγματα και τους ανθρώπους  αυτού το κόσμου,  της πόλης ή της επαρχίας,  που θέλει να μας περιγράψει.

Των ανθρώπων της  μνήμης και της μοναξιάς  με αδιέξοδα και  πάθη, μέσα σε δωμάτια  υγρά και μισοφωτισμένα , μέσα σε λαϊκούς χώρους των καφενείων , των λεωφορείων και των τραίνων, να ξετυλίγουν ήθη και εικόνες μιας εποχής γκρίζας, πικρής, χαρακτηριστικό τοπίο  μιας  μετατραυματικής κοινωνίας  που ψάχνει να συνθέσει το  κομματιασμένο της πρόσωπο .

Ανοίγουμε το βιβλίο με την «Ιερουσαλήμ». Πρώτη φράση « χωρίς αιδώ άρχισε να ετοιμάζεται όλο το ασκέρι για τη λαμπρή αναχώρηση». Καβαφικό στίγμα  για την πρόκληση , την ασέβεια και τον κυνισμό των νικητών. Περιγράφει συγκλονιστικά το χαλασμό και ακούστε μια πολύ ιδιαίτερη φράση . « Και σηκώθηκε ένας αγέρας όλο κακία και χώμα».

Ξεδιπλώνει  στη συνέχεια,  με  μοναδική ποιητική  αφήγηση,  τον κόσμο  των  ηττημένων και πώς  συνοδοιπορούν η ζωή και ο θάνατος.

Να σπαράζουν,  με μισά κορμιά  πάνω στα ερείπια, με συναισθήματα ακραίας θλίψης και χαράς μαζί,  όταν η ζωή με τη δύναμή της,  στήνει χορό ακατάλυτα. « Το πρωί έπρεπε  να κολλήσουν τα μέλη τους , να ξαναχτίσουν τα σπίτια , να ημερέψουν τους σκοπούς τους.

Μας  αγγίζουν τούτες εδώ οι λέξεις,  γιατί δεν υπάρχει  εποχή, που να μη  μαζεύουν τα κομμάτια τους, οι άνθρωποι αυτού του  τόπου, ριγμένοι σε χαλασμούς , σε ξενιτιές,  σε φτώχια και σε όνειρα γκρεμισμένα .

Παρακάτω , ένας εφημεριδοπώλης, γίνεται  ποδηλάτης και δραπετεύει στο όνειρο, σ΄ένα απίστευτο συναπάντημα με παλιούς ήρωες, ποιητές , ληστές , σε χρόνο άχρονο, γιατί αληθινά όλα μπορούν και συμβαίνουν, ξανά και ξανά .

Τα  «Αιματώματα»  ιστορούν  ανθρώπους γεμάτους  βάσανο. Φιγούρες τραγικές , δοσμένες με εξαιρετική  περιγραφή,  να δείχνει πώς λοξεύει η ζωή από μια  αιτία. Ένας καταλήγει στο ποτό , άλλος στο πρακτορείο, να περιμένει μάταια μια αγάπη,  κι άλλος σε ένα καφέ-μπαρ ή σε κάτι αδελφότητες, των εν Αθήναις Δαδιωτών, ψιθυρίζοντας τραγούδια Πωγωνίσια ή Ποντιακά , που κλείνουν βαθιά τη λύπη και τον απολέμητο καημό .

Ματωμένες ζωές, που ανταμώνουν άλλοτε, σε μια κομπανία, και ταξιδεύουν πετώντας τον παλιό εαυτό τους σαλταρισμένοι και λεύτεροι , όπως ο προδομένος , ο πρόσφυγας , ο παπάς, που βρήκε φιλημένη τη γυναίκα του κι ένας αλλοτινός επαναστάτης.

Ο Ερμόλαος  πάλι, με το ανεκπλήρωτο  της αγάπης του για το νερό,  κάνει  τον κάμπο θάλασσα , ρίχνει τα ψάρια της γυάλας στη στέρνα του, κάνει την παράγκα πλοίο  και η λύπη του γίνεται ευτυχία  , γιατί μέσα του φύσησε παράξενος αγέρας  κι  έγιναν ένα , πραγματικότητα και όνειρο.

Στις «Μεταστάσεις»,  ένα εκπληκτικό οδοιπορικό, στα   πικροσάββατα  όπου μετανάστες , αιμορραγούν ομαδικά  στις γειτονιές της Αθήνας και στην αμείλικτη νύχτα άνθρωποι κατάμονοι,  σέρνονται σε υπόγεια , μπαρκάρουν μέχρι την Πειραιώς και το Φωταέριο σε νταλκάδες και χρωματιστές γυναίκες. Με τη μηχανή του χρόνου  σε παλίρροια γραφή,   αντιδιαστέλλει τους Έλληνες  της ξενιτιάς «Εδώ είναι Αιγύπτιοι με  ποδήλατα , Έλληνες  στη Δυτική Γερμανία κι αυτοί» , και πως, ίδιοι είναι οι μετανάστες όλης της γης.

Στην Αγκούσα   τα χαμένα οράματα , η παράδοση των  όπλων , η πίκρα  της ψυχής    με το στίγμα αυτής της πράξης, για το τσαλάκωμα των αγωνιστών της Αριστεράς που ο νους τους  σταμάτησε ακριβώς εκεί : μας κοροϊδέψατε  δώστε το γκρά, το γκρα , δεν παραδίνω  εγώ
    Πιο κάτω συνεχίζουμε  την εξόρυξη αυτών, των κειμένων-διαμαντιών , όπου  κάποιος, σαν ο «Πέτρος»  της σταύρωσης ,  απαρνιέται  τρεις,  με το λάλημα του πετεινού, σημαίνοντας   τη διαχρονικότητα  της  ανθρώπινης  ενοχής , της μεταμέλειας , των δακρύων. Τις Ερινύες απ΄τις πανάρχαιες γραφές μέχρι  τις μέρες μας  .

Η «Άδεια πλατεία» , γυρίζει τη μνήμη στο χτες, με τον πεθαμένο πια  Καραγκιόζη και την παράκληση, να έρθουν  ξανά  κλαρίνα, να παίξουν τραγούδια ζωντανά , να χορέψουν και να γεμίσει πάλι η άδεια καρδιά.

        Στον Άξενο βράχο, μια παρέλαση, ένα ανθρώπινο καραβάνι , κομπανίες,  απόμαχοι, γριές της Κοζάνης, της Ειδομένης, της Αμφίκλειας, , παλιά καράβια , ένας αντάρτης Όλα τούτα εις μνήμην…

Γυρίζεις, στα ίδια μέρη, που περάσανε οι πρόγονοι. Πέφτουν τα φύλλα και σε παίρνει  ένα ποτάμι, καθώς πλήθος περνά,  σ΄εκείνο το  τραίνο το παλιό, που χάνεται μαζί τους, στα βουνά.

Ένα  ποτάμι σε τυλίγει και σε φέρνει στο φωτεινό σπίτι, κι έζησες μια αγάπη χαλασμό . Κυκλώνουν τα παράπονα ,οι μοναξιές, και το ποτάμι, από τον Παρνασσό κινώντας,  φτάνει στου Ατλαντικού τα κύματα , να φέρει τον λυγμό της ομορφιάς της . Έρχονται μουσικοί και παραγγέλνεις  της αγάπης,  μα αυτοί  παίζουνε του θανάτου .

Οι πεθαμένοι , κάθε που αστράφτει μια κραυγή , χορεύουνε μες τα νερά του ποταμού, στο σύννεφο της Αχερουσίας, με όργανα και βαθιά τραγούδια .

Στο μπαρ, μες τη μέθη, φεύγει ο άνθρωπος από το χώρο , πετά μαζί μ΄αυτόν στο διάστημα, όταν ένας μάγος,  φτιάχνει παραστάσεις , όπου περνούν μουσικές , χρώματα , ατζέντηδες και κιθαρωδοί , λόγια της μοίρας,  που άλλους πεθαίνει , άλλους ευτυχεί κι άλλους μονάσει. Κι  εκεί στην παραίσθηση, ένας άντρας και μια γυναίκα  της νύχτας, χορεύουν το χορό της ζωής και του θάνατου . Εκεί, έξω απ΄τους τοίχους,  περνάει ο Χριστός , ο Μπότσαρης , ο Μαρξ, ο Γκάντι, ο Κινγκ , τα κάλαντα της Θράκης .Κι συγγραφέας, αδειάζει το πλήθος το συνοθυλεμένο,   γίνεται φως και μένει, μόνο η νύχτα και  η γυναίκα.

Ένα στρατόπεδο, όπου «η Φρουρά» φεύγει απ΄τη σύνταξή της  και κινά, για ιδιωτικές μάχες, νυχτερινές, στον ουρανό . Ύστερα επιστρέφουν οι στρατιώτες αθέατοι, ο καθένας  με τις δικές του  πληγές ,  μπαίνουν ξανά στην πύλη, κι όποιος τους δει, σαλτάρει ο νους του .

Στους «Βλάμηδες», παράταιροι, αλλόκοτοι  περαστικοί, που αναστάτωναν τα χωριά, με  παράξενα πράγματα,   κι έκαμαν δέος και φόβο μαγείας, σαν ξωτικά  άλλου καιρού. Και , φεύγοντας μετά το αχολόγημα,  άφησαν μνήμες ξωτικές, που γίναν ξόρκι , μύθος παράταιρος  στα στήθια των απλών μοναχικών  ανθρώπων .

Ένας πίνακας δεν είναι η ζωή ; Που γίνεται  θάλασσα , κόσμος με γέλια και όπλα, φρίκη κι αλλοκοτιά , κι αν κατεβείς απ΄το κάδρο,  ζωγραφίζεις  τις δικές σου επαναστάσεις ,  καις  τα  υπόλοιπα, και  κρατάς ότι θες.

Οι ιστορίες του Πάνου Σκουρολιάκου  είναι από εκείνες, που γεννάνε και  φανερώνουν συναισθήματα – μονάδες μέτρησης της ύπαρξης. Επειδή,  μέσα  από τους βασανισμένους  απόσαρκους  και τη μοίρα τους, κρύβεται το γιατί  κάθε μαχαιριάς . Κρύβεται  ο εκτροχιασμός , καθώς σβαρνίζεται  ο άνθρωπος , στους τέσσερες αγέρηδες άγριων καταστάσεων και καταχωνιασμένων καημών.

Αισθάνεται κανείς, σε αρκετά διηγήματα ,  σαν να βλέπει  μια  Γκουέρνικα,  θα τολμήσω να πω , με την εξήγηση, ότι  δίνονται, ζωγραφικά σχεδόν, οι έντονες στιγμές της έκρηξης,  όσον αφορά το συμβολισμό της περιγραφής.

Το βλέμμα του Πάνου Σκουρολιάκου  κάνει άλματα  ανάμεσα σε χάσματα και περάσματα ακραία, και περνάει το σύνορο προς το αλλόκοτο και την τραγωδία.

Μας  βάζει  τόσο ζωντανά, μέσα στην πλοκή  , στη μέθεξη,  λες και είμαστε παρόντες , σε ότι  ζουν οι ήρωες , που,  έχει  άρωμα από το χτες,  καταγράφεται  ακόμα και στα αντικείμενα αλλοτινής χρήσης ,εντούτοις  νιώθουμε,  ως  να  συμβαίνουν γύρω μας,  μυστικά,  και μας ταξιδεύουν, σαν θίασος του δρόμου, σ΄ένα παραμύθι νοσταλγικό και μιαν αλήθεια πικρή μαζί.

Μπαίνει βαθιά σε κάθε ρόλο , με το χάρισμα  του ηθοποιού  που είναι καταλυτικό.  Φωτίζοντας  τις σκοτεινές πλευρές, με το  ανάλογο φως και τα επίπεδα χρονικότητας ,  αποκαλύπτει κόσμους αλλιώτικους,  που βλέπουμε σαν εικόνα που κινείται, γύρω απ΄τις συμμετρικές και συμβατικές  ζωές .

Ήρωες που μεταμορφώνονται  μέσα από τα πάθη τους, προσπαθώντας να υπάρξουν.  Μάρτυρες δια βίου, με ανεξόφλητα χρέη,  κομμάτια της Ιστορίας του τόπου, όπου κυλάει το Δημοτικό τραγούδι , η ποίηση , το παράπονο , μουσικές και όργανα  της παράδοσης.

Αυτά τα ομότροπα και  συνάλληλα   διηγήματα, τα ονόμασε νεανικές αμαρτίες ο Πάνος Σκουρολιάκος. Θα συμφωνήσω στη λέξη νεανικές ως προς το χρόνο δημιουργίας τους και ευτυχώς , γιατί γράφτηκαν με το πάθος του αυθορμητισμού και την αποκαλυπτική γνησιότητα του εσωτερικού κόσμου, που συγκρούεται, με την εξωτερική δράση ,  για την αληθή όψη των πραγμάτων . Η δε κρυπτική  του  γραφή δεν  αποκαλύπτει  τελικά  το σημαινόμενο και μας αφήνει  αίολους  στη  γοητία  των   εκδοχών . Αυτό κι αν είναι ποιητικό !

Το σημαντικό και βέβαιο , είναι, ότι  σ΄αυτό το ταξίδι, στο βιβλίο «Ξύλινα, Χάλκινα , Κρουστά»   , ο καθένας,  θα βρεί  ένα κομμάτι  στην άκρη της ψυχής του, που θα είναι εκεί, βαθιά στις σελίδες  και η μαγική αφήγηση του λόγου,  θα ανοίξει  ένα παράθυρο,  απ΄όπου θα απαντήσει,  γιατί  οι άνθρωποι  φεύγουν από τα όρια , γιατί πονούν , γιατί φτιάχνουν έναν άλλο κόσμο,  να χωρέσουν  το ανεκπλήρωτο , που αφήνει, μια Άδεια πλατεία   ή  κάποια  Αγκούσα της ζωής .

Πάνο σ΄ευχαριστούμε  για τα μαγικά ταξίδια  και , να μας χαρίσεις κι άλλες τέτοιες αποδράσεις, στα βαθιά νερά του ονείρου,  για να ισορροπούμε  το αλλόκοτο της πραγματικότητας  που βιώνουμε γύρω μας .

 

2014.02.19 ΑΜΦΙΚΛΕΙΑ (17)

 

Εισήγηση της κ.   Ελένης  Μπέσιου

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ (1)

 

2014.02.19 ΑΜΦΙΚΛΕΙΑ (27)

 

Χάλκινα Ξύλινα Κρουστά στην Πτολεμαΐδα (video)

Σε μια βροχερή Πτολεμαΐδα, η αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου, συγκέντρωσε ζεστούς ανθρώπους με θέληση για επικοινωνία μέσω της λογοτεχνίας αλλά και με αγωνίες για τον πολιτισμό, την τέχνη, την πολιτική. Καίριες παρατηρήσεις, όμορφες απόψεις από την παλλόμενη και ζωντανή περιφέρεια. Από την ξεχασμένη από το κράτος Πτολεμαΐδα, εκεί πάνω στην άκρη σχεδόν της πατρίδας μας!