26 χρόνια από τον θάνατο του Αλέκου Σακελλάριου

Με αφορμή τα 26 χρόνια από τον θάνατο του ΑΛΕΚΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, ένα παλιότερο κείμενο μου στην ΑΥΓΗ με τίτλο “Ο δικός μου Κυρ Αλέκος Σακελλάριος ”

Όταν βρέθηκα δίπλα στον Αλέκο Σακελλάριο, ήταν ήδη ένας θρύλος. Ήταν το καλοκαίρι του 1988 και συναντηθήκαμε για να ανεβάσουμε, με σκηνοθέτη τον ίδιο, το έργο του “Μανωλάκης ο βομβιστής”. Το είχε γράψει κατά την περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας στην Ελλάδα και “έπαιζε” κωμικά με τις βόμβες που έβαζαν αντιστασιακοί, τότε. Η κατάσταση στη χώρα είχε πια αλλάξει. Η χούντα είχε περάσει, το ΠΑΣΟΚ ήταν στην εξουσία, και οι στρεβλώσεις που οδηγούσαν εκείνη την εποχή στο 1989, με το σκάνδαλο Κοσκωτά και την κυβερνητική συνεργασία δεξιάς και αριστεράς το ’89 ήταν επί θύραις. Ο “Μανωλάκης” ήταν, λοιπόν, μια κωμωδία, όχι από τις “κλασικές” του Σακελλάριου. Πραγματεύεται ένα θέμα που δεν είναι από τα πιο οικουμενικά που έπιασε στα τόσα πολλά θεατρικά που μας παρέδωσε. Ξεκινήσαμε λοιπόν πρόβες στο σπίτι του, επί της οδού Ευελπίδων στο Πεδίο του Άρεως. Όλοι, γύρω από το γραφείο του. Αρχίσαμε την ανάγνωση, και μείναμε αρκετόν καιρό να κάνουμε “καθιστή πρόβα”. Εμείς, άπειροι στην καθημερινή εκφορά του λόγου επί σκηνής, που όμως έχει προσωπικότητα και ουσία, τον χαζεύαμε όταν δίδασκε την “τέχνη της ατάκας”. Πώς αυτός, ένας συγγραφέας κατ’ ουσίαν και εξ ανάγκης σκηνοθέτης, ήξερε τόσο πολύ καλά να “πλασάρει την ατάκα” και να την κάνει να φαίνεται αυτονόητη, να έχει ποικιλία και να μαγνητίζει τον θεατή; Κρεμόμασταν από τα χείλη του. Κάτι μάθαμε. Και εκ των υστέρων συλλογιζόμουν πάντα, τι ωραίο θα ήταν να τον συναντούσα αργότερα, όταν η πείρα μου ήταν μεγαλύτερη. Θα μάθαινα έτσι περισσότερα. Όπως και να ‘χει, όμως, αποχαιρετίσαμε το θρυλικό γραφείο του πιο καλοί ηθοποιοί από αυτό που ήμασταν όταν για πρώτη μέρα χτυπήσαμε το κουδούνι του. Να συμπληρώσω πως την πρόβα διέκοπταν συχνές αφηγήσεις με ιστορίες από τη ζωή του στην τέχνη. Ήταν ανεπανάληπτος ο τρόπος που είχε να αφηγείται το καθετί. Ακόμα και το πιο ασήμαντο το έκανε να φαίνεται μεγάλο και σημαντικό. Και το υπέβαλλε με τέτοιον τρόπο, που γινόταν μοναδικό! Και που ο ακροατής να θέλει να μην σταματήσει ποτέ η αφήγηση. Αυτό πετύχαινε και με τα θεατρικά έργα που έγραφε και σκηνοθετούσε κατ’ αρχήν στο θέατρο και στη συνέχεια μεταφέροντάς τα στον κινηματογράφο. Αφηγείται μιαν ιστορία που στα χέρια κάποιου άλλου ίσως να μην είχε μεγάλη αξία. Ο κυρ-Αλέκος όμως την αναδείκνυε σε μοναδική. Με το σινεμά, τα θεατρικά του έργα που έκαναν μεγάλη επιτυχία στα θέατρα των Αθηνών, ταξίδευαν παντού στην Ελλάδα και οι επαρχιακοί κινηματογράφοι γέμιζαν από θεατές που απολάμβαναν τον “Θανασάκη τον πολιτευόμενο”, τους “Μακρυκωσταίους και Κοντογιώργηδες”, το “Υπάρχει και φιλότιμο” και τόσα άλλα. Μαζί τους, υπέροχα τραγούδια με στίχους του όπως “Το τραμ το τελευταίο”, “Ο αμαξάς” και τόσα άλλα.

Συνεχίσαμε τις πρόβες στο θέατρο “Γκλόρια” όπου ανέβηκε το έργο του. Εκεί είδα στον Σακελλάριο τον τρόπο που ήλεγχε τα πάντα στην παραγωγή. “Σηκώσαμε” το έργο, δίδαξε δηλαδή την κίνηση, ήρθαν τα κοστούμια, οι μουσικές και φτάσαμε στις γενικές δοκιμές. Ήρθε και η ώρα που θα έπεφτε η αυλαία. Οι τεχνικοί δήλωσαν πως η κουρτίνα έκλεινε σιγά-σιγά. Αυτός ήθελε να κλείσει γρήγορα. Αστραπιαία! Ήταν αυτό το γρήγορο φινάλε, μέρος της παράστασης. Δεν ήθελε να αφήσει ανάσα στον θεατή. Ήθελε να τον ξαφνιάσει και να ξεσπάσει έτσι το χειροκρότημα. Οι τεχνικοί ανένδοτοι. Τότε λοιπόν, ο κυρ-Αλέκος έγινε μεγάλος, τεράστιος! Και με την πείρα, τη γνώση και το κύρος του ανθρώπου που αποτελεί σημαντικό μέρος της ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου, δήλωσε ορθά κοφτά πως η αυλαία θα κλείσει ακαριαία, ο κόσμος να χαλάσει! Βεβαίως έτσι έγινε και έτσι ήταν σωστό!

Μετά από δύο χρόνια ο κυρ-Αλέκος πήγε αλλού. Άφησε οριστικά αυτόν τον μάταιο κόσμο για να συνεχίσει να γράφει και να σκηνοθετεί σε άλλες διαστάσεις…

Εγώ όμως τον συνάντησα ξανά και ξανά. Βλέποντας τα έργα του, μελετώντας τον και ανεβάζοντάς τα. Το 1994, ο Σωτήρης Μουστάκας με καλεί να συμμετάσχω στο ανέβασμα του θρυλικού “Οι Γερμανοί ξανάρχονται”. Μου έδωσε το κείμενο και μου έκανε την τιμή να μου πει να διαλέξω όποιον ρόλο ήθελα. Διαβάζοντας το έργο, λοιπόν, και γνωρίζοντας ότι γράφτηκε το 1946, αναζήτησα τις παλιές λέξεις και εκφράσεις που θα είχε ένα έργο της εποχής του. Μάταιο. Κρατούσα στα χέρια μου ένα έργο φρέσκο με προσωπικότητα στον λόγο, με ροή και δυναμική σπάνια! Να μνημονεύσω εδώ και την υπέροχη ερμηνεία του αξέχαστου Σωτήρη…

Αν οι “Γερμανοί” ξορκίζανε την κατοχή και τα βάσανά της, ο “Θανασάκης ο πολιτευόμενος”, γραμμένος στις αρχές της δεκαετίας του ’50, σηματοδοτεί την προσπάθεια ανασυγκρότησης του τόπου. Ασχολείται εδώ με τα οικεία κακά. Τις πολιτικές στρεβλώσεις που ήδη είχαν κάνει την εμφάνισή τους στον δημόσιο μετακατοχικό και μετεμφυλιακό βίο. Ανέβασα τον “Θανασάκη” το 2000 με το ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης και χαρήκαμε όλοι οι συντελεστές τη συμμετοχή του κοινού σε ένα έργο που, παρότι είχαμε κρατήσει την ιστορικότητά του, κατέβαινε στην πλατεία φρέσκο και δροσερό. Το 2007, πάλι με το ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης, ανέβασα το “Δεσποινίς ετών 39”. Άλλο σπουδαίο έργο κι αυτό. Γλυκόπικρο, με λεπτό χιούμορ και απίστευτα κωμικές καταστάσεις. Τώρα, εν έτει 2013, με το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου και σκηνοθέτη τον Βασίλη Νικολαΐδη, γίνομαι “Στρατηγός Δεκαβάλλας” στο έργο “Ένας ήρωας με παντούφλες”. Άλλη μία συνάντηση με τον κυρ-Αλέκο. Άλλη μία πρόκληση να μπω στον κόσμο του, να ανακαλύψω την απερίγραπτη μαστοριά του και να χαρώ παίζοντας έναν ρόλο του. Γιατί οι χαρακτήρες που δημιούργησε ο Σακελλάριος δίνουν χαρά και σε αυτόν που τους ερμηνεύει. Έτσι που κοινό και σκηνή γίνονται ένα και ο Αλέκος Σακελάριος να είναι παρών στην πολιτιστική μας ζωή, ες αεί!

Αγαπητέ μου δάσκαλε, γράφοντας το “Οι Γερμανοί ξανάρχονται” ήθελες να σηματοδοτήσεις το τέλος της σκλαβιάς από τη γερμανική κατοχή. Αλίμονο όμως. Φοβάμαι πως οι Γερμανοί [όχι ως φυλή, αλλά ως οικονομικοί πια δυνάστες] δεν έφυγαν ποτέ. Είναι εδώ. Και αυτές τις στιγμές είναι περισσότερο από ποτέ. Στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Ισπανία, την Ιταλία, την Πορτογαλία, παντού στην Ευρώπη…

Ας είναι λοιπόν τα έργα σου βάλσαμο και ανοιχτό παράθυρο για να αντιμετωπίσουμε τα δύσκολα. Άλλωστε τα πάντα γίνονται. Και η αυλαία θα πέσει αστραπιαία. Έτσι όπως εσύ ήθελες!

Στις 7 Νοεμβρίου συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του Αλέκου Σακελλάριου, ο οποίος απεβίωσε στις 28 Αυγούστου 1991

Πάνος Σκουρολιάκος