Το ρεμπέτικο στην Αντίσταση

Του Πάνου Σκουρολιάκου *

Κάποια πρόνοια όμως θα πρέπει να ληφθεί για τα σκόρπια και κυνηγημένα ρεμπέτικα της Αντίστασης. Όπως είναι φυσικό, δεν έχουν αποτυπωθεί σε δίσκο, εξ αιτίας των κινδύνων της εποχής που προαναφέραμε. Υπάρχουν και παρτιτούρες και στίχοι. Ας ασχοληθεί κάποιος με τη συστηματική καταγραφή και έκδοσή τους

Απόλυτα λαϊκό τραγούδι το ρεμπέτικο, γεννήθηκε στις φτωχογειτονιές του Πειραιά, του Βόλου και της Θεσσαλονίκης, εκφράζοντας τα μεράκια, τον πόνο και το παράπονο των απλών λαϊκών ανθρώπων, υμνώντας τον έρωτα, την προσφυγιά, το πάθος της μαστούρας, αλλά και την αγανάκτηση για θέματα κοινωνικά, πατριωτικά και ακόμα θέματα ελευθερίας και αντίστασης στους κατακτητές και τους συνεργάτες τους στην Κατοχή.

Στα χρόνια της Αντίστασης το ρεμπέτικο τραγούδι, πατώντας πάνω στο αντάρτικο, συντάσσεται με το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ ακολουθώντας την πολιτική τους ιδεολογία και εμψυχώνοντας αγωνιστές και λαό. Το φιλότιμο και η παλληκαριά του ρεμπέτη, αποκτούν νέο σχήμα και περιεχόμενο. Με πρωτοστάτη τον τυφλό ρεμπέτη Δημήτρη Γκόγκο – «Μπαγιαντέρα», πλουτίζει το ρεπερτόριο του ως «ρεμπέτικου του αγώνα» με εμβληματικά τραγούδια, όπως τα «ΕΛΑΣ να ζεις αιώνια», «Αρχηγό μου έχω τον Άρη», «Βροντάει ο Όλυμπος αστράφτει η Γκιώνα» και άλλα πολλά.

Ο Απόστολος Καλδάρας, γράφει το «Πάνω στης Πίνδου τα όρη», ο Γαβριήλ Μαρινάκης το «ΕΑΜ – ΕΛΑΣ» ο Οδυσσέας Μοσχονάς το «Άρης Βελουχιώτης», ο Μανώλης Χιώτης το «Δίχως τανκς κι αεροπλάνα». Κυκλοφορούσαν και πολλά «αδέσποτα» – άγνωστων δημιουργών τραγούδια. Υπήρχε βεβαίως και πολιτική αντίδραση γι’ αυτά τα τραγούδια. Ο Χιώτης, έπαιζε κρυφά το τραγούδι που προαναφέραμε σε φίλους του αντιστασιακούς. Δεν «χτυπήθηκε» ποτέ σε δίσκο. Κατά τη διάρκεια της κατοχής και του αγώνα, το πολιτικό τελικά ρεμπέτικο, τραγουδιόταν κρυφά, μακριά από τα αυτιά και τα μάτια των κατακτητών και των χαφιέδων συνεργατών τους.

Το ρεμπέτικο της Αντίστασης πάτησε όπως είπαμε στο αντάρτικο. Είχε όμως και άλλη μια δεξαμενή έμπνευσης. Τα ρεμπέτικα – λαϊκά που γράφτηκαν για τον πόλεμο του 1940. Ο Στέλιος Κερομύτης γράφει το «Θα πάρω το τουφέκι μου», ο Μάρκος το «Ο Μάρκος φαντάρος» και ακόμα τα «Ας φύγουμε στον πόλεμο», «Μουσολίνι άλλαξε γνώμη» και άλλα. Ο Τούντας γράφει το «Άκου Ντούτσε μου τα νέα», οι Μάτσας και Περιστέρης το «Την Αλβανία ξέγραψε».

Επιστρέφοντας όμως στους ρεμπέτες της αντίστασης να σημειώσουμε πως πολλοί από αυτούς χάθηκαν στον αγώνα και εξ αιτίας των διωγμών που υπέστησαν ως αγωνιστές της Αντίστασης, από τους νικητές του εμφύλιου που ακολούθησε.

Γοητευτική είναι η διαδρομή του ρεμπέτικου στην πολύχρονη εξέλιξη του. Ως γνήσια λαϊκό είδος, εξέφρασε τα λαϊκά στρώματα, είτε ως «τραγούδι των φυλακών» από τον 19ο αιώνα, είτε ως «τραγούδι των παραβατικών πράξεων» μέχρι το 1940, είτε εμπλουτίζοντας στη συνέχεια τη δημιουργική κουλτούρα του πολέμου του 1940 και την Αντίσταση. Μετά τον πόλεμο και μέχρι το 1960, οι παλιοί ρεμπέτες μένουν στην αφάνεια, είτε «αναμορφούμενοι» σε τόπους εξορίας, είτε απαξιούμενοι και εκτός μόδας από το κλίμα του ρηχού αστισμού που επέβαλε το κράτος της νικήτριας Δεξιάς.

Έρχεται όμως ο Μάνος Χατζιδάκις με την ιστορική ομιλία του για το ρεμπέτικο, το 1948 στο Θέατρο Τέχνης, να ταράξει τα νερά. Ο «Επιτάφιος» του Μίκη Θεοδωράκη, αλλάζει το κλίμα. Εμβληματικές μορφές του ρεμπέτικου όπως οι Μάρκος, Στράτος, Μπιθικώτσης και Μπέλλου ηχογραφούν ξανά. Διανοούμενοι και ερευνητές όπως οι Πετρόπουλος, Χριστιανόπουλος, Κουνάδης, Πάνος Σαββόπουλος και πολλοί άλλοι, συνεισφέρουν στο ζωντάνεμα του ρεμπέτικου με στοιχεία και εργασίες. Στη μεταπολίτευση πλήθος κομπανιών νέων ανθρώπων παίζουν ρεμπέτικα παντού. Τα μουσικά γυμνάσια και λύκεια κάνουν σπουδαία δουλειά. Με πρωτοβουλία του υπουργείου Πολιτισμού, το ρεμπέτικο εγγράφεται στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας τον Δεκέμβριο του 2017, μετά από έγκριση της αρμόδιας επιτροπής της UNESCO. Ένδοξος και άγιος ο δρόμος του ρεμπέτικου, λοιπόν, σε όλο του το πολυποίκιλο μήκος.

Κάποια πρόνοια όμως θα πρέπει να ληφθεί για τα σκόρπια και κυνηγημένα ρεμπέτικα της Αντίστασης. Όπως είναι φυσικό, δεν έχουν αποτυπωθεί σε δίσκο, εξ αιτίας των κινδύνων της εποχής που προαναφέραμε. Υπάρχουν και παρτιτούρες και στίχοι. Ας ασχοληθεί κάποιος με τη συστηματική καταγραφή και έκδοσή τους. Αποτελούν πολύτιμη περιουσία του λαού, του πολιτισμικού μας πλούτου και της πολιτιστικής, κοινωνικής και πατριωτικής ιστορίας μας.

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ : http://www.avgi.gr/article/10812/8894708/to-rempetiko-sten-antistase# )

Mε τον νέο πρέσβη της Εσθονίας στη χώρα μας κ. Pritt Palloum

Kοινοβουλευτική ομάδα φιλίας Ελλάδας – Εσθονίας. Συνάντηση γνωριμίας με τον νέο πρέσβη της Εσθονίας στη χώρα μας κ. Pritt Palloum. Γνωρίσαμε έναν φίλο της Ελλάδας, με χιούμορ και θετική διάθεση γιά την συνεργασία των δύο χωρών.

 

 

 

 

1841: Ένα πρώιμο brain drain

Κι όμως το πρώτο brain drain, η φυγή δηλαδή από τη χώρα άξιων ανθρώπων λόγω παντελούς έλλειψης αξιοποίησης τους εδώ, έλαβε χώρα το 1841, με την ίδρυση σχεδόν του νεότερου Ελληνικού κράτους. Θύμα του ήταν και ένας ηθοποιός. Ο Κωνσταντίνος Αριστίας.

Του Πάνου Σκουρολιάκου *

Ήταν η εποχή, όπου Έλληνες του εξωτερικού, επιστήμονες, έμποροι και καλλιτέχνες έρχονται να στηρίξουν την καινούργια, ελεύθερη πια Ελλάδα. Αλίμονο όμως. Πολλοί από αυτούς γύρισαν πίσω κακήν κακώς. Κάποιοι έμειναν να παλέψουν με αυτοθυσία. Όμως υπήρχαν και πάρα πολλοί κηφήνες, που κοίταξαν να εκμεταλλευτούν τις νέες ευκαιρίες. Η ιστορία καταγράφει πλείστα όσα περιστατικά γύρω από τις ανομίες, τις ρεμούλες τους και την μνημειώδη απέχθεια της νέας φιλοβαυαρικής νομενκλατούρας προς τους αγωνιστές του ’21, που αφού είχαν ξοδέψει το βιος και την υγεία τους, περιφέρονταν επαίτες στη νέα πρωτεύουσα. Ο θεατρικός συγγραφέας Μιλτιάδης Χουρμούζης αποτυπώνει σε μια σκηνή του έργου του «Ο Υπάλληλος» αυτήν ακριβώς την κατάσταση: Ο γέρος αγωνιστής πηγαίνει στο γραφείο του «Υπάλληλου», ενός ανώτερου δηλαδή κρατικού λειτουργού που έφθασε από την Ευρώπη και διορίστηκε σε περίοπτη θέση, για να ζητήσει βοήθεια. Αποπέμπεται ο μπαρουτοκαπνισμένος γέρος σκαιώς και με περισσή απαξίωση. Αλλά και η ιστορία, μας πληροφορεί για την τύχη του Νικηταρά του «τουρκοφάγου», που στο τέλος της ζωής του, επέτυχε να λάβει «Άδεια επαίτου» και να ζητιανεύει μπρος στην Αγία Τριάδα του Πειραιά.

Ο Κωνσταντίνος Αριστίας, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1800. Ηγεμόνας της Βλαχίας ήταν τότε ο Φαναριώτης Ιωάννης Καρατζάς. Η κόρη του Ραλλού, αγαπούσε το θέατρο και ενθάρρυνε το ανέβασμα ερασιτεχνικών παραστάσεων στο παλάτι της. Μορφωμένη και διορατική, αναζητούσε ολοκληρωμένες θεατρικές δράσεις από ανθρώπους αφοσιωμένους στην τέχνη του θεάτρου. Στο πρόσωπο του Αριστία ανακάλυψε ένα πηγαίο ταλέντο. Τον έστειλε λοιπόν να σπουδάσει την υποκριτική τέχνη στο Παρίσι, κοντά στον Τάλμα Φρανσουά Ζοζέφ. Το 1827, ο Αριστίας επιστρέφει στο Βουκουρέστι, όπου διδάσκει στο Κολλέγιο του Αγίου Σάββα και ιδρύει Θεατρική Σχολή. Η λαχτάρα για την ελεύθερη πατρίδα όμως, τον φέρνει στην Αθήνα, έτοιμο να προσφέρει τα πάντα για τη δημιουργία και προκοπή ενός γηγενούς θεάτρου, μιας και η θεατρική ζωή εκείνη την εποχή περιορίζονταν σε κάποιες παραστάσεις ιταλικών μελοδραματικών θιάσων και κάποια ιστορικά δράματα παιγμένα από ερασιτέχνες. Το επαγγελματικό θέατρο ήταν στα σπάργανα. Υπήρχε μία μόνον θεατρική αίθουσα, απέναντι από το Δημαρχείο, το ξύλινο θέατρο του Σκοντζόπουλου.

Ο Αριστίας, δεν ήταν απλώς ένας παθιασμένος θεατρίνος. Ήταν και ένας φλογερός επαναστάτης. Μέλος της «Φιλικής Εταιρείας» και σημαιοφόρος του «Ιερού Λόχου», συμμετέχει με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στη μάχη του Δραγατσανίου. Είναι ένας από τους ελάχιστους επιζώντες του Λόχου.

Έρχεται λοιπόν, έτοιμος να προσφέρει τα πάντα για τη δημιουργία και την προκοπή του θεάτρου στο νέο κράτος. Μπολιασμένος με τις ιδέες του Διαφωτισμού, εμπλέκεται στην προσπάθεια αφύπνισης των Ελλήνων ανεβάζοντας αντιτυραννικές τραγωδίες του Διαφωτισμού, με ευθεία βέλη προς την Βαυαροκρατία και ό,τι έφερε μαζί της. Αυταρχισμό, φαυλοκρατία και απέχθεια απέναντι σε δημοκρατία, δικαιώματα, κοινωνική δικαιοσύνη. Δυστυχώς, οι σκληρές συντεχνιακές δομές του γηγενούς φτωχού θεάτρου στη βαυαροκρατούμενη πρωτεύουσα, είχαν προλάβει να συγκροτηθούν και να «ελέγχουν» το τοπίο. Ο μορφωμένος θεατρίνος και επαναστάτης παραμερίζεται. Ο σπουδαγμένος στο Παρίσι ηθοποιός, ασφυκτιά. Δημιουργείται γύρω του ένας κλοιός, εμποδίζοντας τον να συμμετέχει ενεργά στη θεατρική ζωή του τόπου που τον έχει ανάγκη. Είχε να μεταδώσει πολλά στους ερασιτέχνες της νεοσύστατης θεατρικής συντεχνίας των Αθηνών. Δεν αποκλείεται να κινδύνευε και η ζωή του. Ο αγωνιστής, συγγραφέας και αντιβαυαρός βουλευτής Μιλτιάδης Χουρμούζης κατέφυγε νύχτα σε τουρκικό έδαφος για να γλυτώσει!

Γύρισε λοιπόν ο Αριστίας πίσω στο Βουκουρέστι. Εκεί, ίδρυσε το Εθνικό Θέατρο της Ρουμανίας προσφέροντας πολλά στη θεμελίωση του επαγγελματικού θεάτρου της χώρας.

Ένα αέναο brain drain αιωρείται όλα αυτά τα χρόνια πάνω από το νεότερο ελληνικό κράτος. Πότε προς την Ευρώπη, πότε στην Αμερική, την Αφρική και την Αυστραλία, ατέλειωτη η στρατιά αυτών που φεύγουν, τραγουδώντας κάτι σαν τους στίχους του Μανώλη Ρασούλη: “Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ / και βαθειά σ’ ευχαριστώ / γιατί μ’ έμαθες και ξέρω / ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ / να πεθαίνω όπου πατώ / και να μη σε υπομένω… ”

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής στην Περιφέρεια Αττικής

(ΠΗΓΗ : https://left.gr/news/1841-ena-proimo-brain-drain )

Ο Πάνος Σκουρολιάκος στη Ρωσία

Από την επίσκεψη του βουλευτή Αττικής Πάνου Σκουρολιάκου στην Μόσχα και την Αγ. Πετρούπολη, ως παρατηρητής για τις προεδρικές εκλογές. Με τον βουλευτή Κόβαλ Ρομάν Αλιέγκαβιτς και άλλους πολιτειακούς παράγοντες και παρατηρητές.

Σε ένα παλιό έθιμο στα Μέγαρα

Στα Μέγαρα, με ένα παλιό έθιμο. Οι νύφες που βρίσκονται στο στάδιο του αρραβώνα, πηγαίνουν στην πεθερά κρασί, λουλούδια και καλούδια. Ο Δήμαρχος και οι παρευρισκόμενοι τις φιλεύουν δώρα και λουλούδια. Πάντα την παραμονή της πρωτομαγιάς, που πέρα από πρωτομαγιά της πεθεράς είναι και γιορτή της εργατιάς. (Ας μην ξεχνιόμαστε).

 

 

 

 

 

Συλλογικές συμβάσεις εργασίας στο Θέατρο

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Προτεραιότητα αιχμής είναι η επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας μαζί με την καθαρή έξοδο της χώρας από τις επιτροπείες και τα Μνημόνια, τον προσεχή Αύγουστο του 2018.

Ο χώρος του θεάτρου, με αγωνία περιμένει τη στιγμή της επαναφοράς των εργασιακών σχέσεων εντός του. Πρέπει να ομολογήσουμε πως, οι ηθοποιοί, τεχνικοί και όλες οι άλλες κατηγορίες των εργαζομένων στο θέατρο (ταξιθέτες, φροντιστές, διοικητικοί κ.λπ.) αντιμετωπίζουν εδώ και δεκαετίες εργασιακές καταστάσεις αληθινής γαλέρας.

Ποτέ δεν ήταν ρόδινα τα πράγματα για όποιον αποφάσιζε να κερδίσει τη ζωή του, εργαζόμενος στο θέατρο. Κοινή πεποίθηση είναι ότι η ενασχόληση με την τέχνη του θεάτρου είναι μια ενασχόληση πολυτελείας και καλό θα είναι να εμπλέκονται με αυτήν, όσοι έχουν εξασφαλισμένα από αλλού τα προς το ζην. Αλίμονο όμως. Η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της συντεχνίας του θεάτρου, προέρχονται από φτωχά ή και προς τα κάτω μεσαία στρώματα.

Οι θεατρίνοι ακόμα και στις περιόδους της «ευμάρειας», δεν κέρδισαν πολλά χρήματα από το θέατρο. Αυτό συνέβη σε όσους είχαν παρουσία στην τηλεόραση. Εκεί, ναι, κυκλοφόρησε αρκετό χρήμα. Αλλά και αυτό στις μέρες μας στέρεψε.

Η από χρόνια πολλά κακοδαιμονία, μεγάλωσε όταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, κατάργησε την «Άδεια Εξασκήσεως Επαγγέλματος του Ηθοποιού». Μια απόφαση που βρήκε αντίθετο όλο τον κλάδο και ακόμα και τη τότε βουλευτίνα του ΠΑΣΟΚ, ηθοποιό Νόρα Κατσέλη. Μια διαφωνία που της στοίχησε τη βουλευτική έδρα, μιας και στις επόμενες εκλογές που έγιναν με λίστα, τοποθετήθηκε από το κόμμα της πολύ χαμηλά, καθιστώντας αδύνατη την εκλογή της. Ο καθένας, λοιπόν, θα μπορούσε να δοκιμάσει την τύχη του στο σανίδι. Με ή χωρίς σπουδές, με ή χωρίς ταλέντο. Το επιχείρημα πως ο ατάλαντος «θα πάει σύντομα σπίτι του» είναι σωστό. Προηγουμένως όμως, θα έχει κόψει τον δρόμο σε αρκετούς ταλαντούχους καταλαμβάνοντας μια θέση. Θα τους καθυστερούσε, ή θα τους «έστελνε σπίτι τους» νωρίτερα από ότι θα επέστρεφε ο ίδιος (ή η ίδια) στο δικό του.

Σήμερα επικρατεί μέγα και απόλυτο χάος. Με αδιαβάθμητες θεατρικές σπουδές πολλών ταχυτήτων, με δεκάδες στούντιο, φροντιστήρια και σχολές που λειτουργούν ανεξέλεγκτα, με τους λίγους άξιους δασκάλους που χάνονται ανάμεσα στο πλήθος των αεριτζήδων της θεατρικής εκπαίδευσης, πολλοί νέοι προσέρχονται στο θέατρο απαράσκευοι, απροστάτευτοι και ανυποψίαστοι. Αναζητώντας εργασία, βρίσκονται σε ένα τοπίο, όπου ο κάθε επιχειρηματίας κάνει ό,τι νομίζει. Πληρώνει όσα θέλει, όποτε θέλει και αν θέλει. Μπορεί να αλλάζει τις συμφωνίες κατά πώς τον συμφέρει. Αν για παράδειγμα έχει συμφωνήσει να πληρώνει τον ηθοποιό ανά παράσταση, όταν βλέπει πως κλείνει πολλές παραστάσεις, μετατρέπει την αμοιβή σε μηνιάτικο, το οποίο ο ίδιος καθορίζει, κατά πώς τον συμφέρει πάλι. Υπάρχουν ηθοποιοί που μέσα από συμφωνίες αμοιβής με ποσοστά, που εισπράττουν δύο ευρώ την παράσταση, ή και καθόλου. Συλλογική Σύμβαση Εργασίας δεν υπάρχει άλλωστε!

Η γενικευμένη αυτή κόλαση, επιβλήθηκε τον Μάρτιο του 2013, όταν η εργοδοτική ένωση ΠΕΕΘ (Πανελλήνια Ένωση Ελευθέρου Θεάτρου) σε απόλυτη και αγαστή συνεργασία με την τότε κυβέρνηση (Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜ.ΑΡ.) προχώρησαν σε κατάργηση της ΣΣΕ στο θέατρο. Ένα αδύναμο και πλήρως απαξιωμένο από τους ηθοποιούς σωματείο, το ΣΕΗ, κήρυξε μια απεργία, η οποία στέφθηκε από απόλυτη αποτυχία. Τα μέλη της ΠΕΕΘ, σκιές του παρελθόντος τους, παρίσταναν τους επιχειρηματίες. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήταν επιχειρηματίες χωρίς λεφτά. Χρώσταγαν παντού και πρωτίστως στους εργαζομένους. Τέλος, αφού κατάργησαν τη ΣΣΕ, αυτοδιαλύθηκαν για να μην υπάρχει εργοδοτική ένωση που θα υπέγραφε ίσως αργότερα μια νέα ΣΣΕ.

Όμως το τοπίο αλλάζει. Στον χώρο των θεατρικών παραγωγών μπαίνουν νέοι παίκτες οι οποίοι φαντάζομαι πως προσεγγίζουν νηφάλια το θέμα. Έχουν υποχρέωση να έρθουν σε συμφωνία με τους εργαζόμενους. Θα προσφέρουν υπηρεσίες όχι μόνο στους ηθοποιούς ή τεχνικούς, αλλά στο ίδιο το θέατρο, το οποίο όλοι αγαπάμε και θέλουμε να λειτουργεί με συνθήκες ποιότητας, εργασιακής ειρήνης και δίκαιης αντιμετώπισης ως προς τους εργαζομένους.

Υπάρχει και το Δημόσιο. Που φροντίζει το θέατρο. Που προσφέρει επιχορηγήσεις σε θεατρικά σχήματα. Χορηγεί αγροτικά εισιτήρια. Που ανοίγει τα φεστιβάλ (Επίδαυρος – Ηρώδειο – Αρχαία Θέατρα σε όλη την Ελλάδα) φιλοξενώντας και πληρώνοντας παραγωγές του ιδιωτικού τομέα. Πώς γίνεται να μην ελέγχει το Δημόσιο που διαχειρίζεται τα χρήματα του ελληνικού λαού, αν υπάρχουν συλλογικές συμβάσεις, αν πληρώνονται οι εργαζόμενοι, αν είναι ασφαλισμένοι, αν τηρείται η νομιμότητα; Με λύπη μας βλέπουμε θεατρικούς επιχειρηματίες που χρωστούν σε ηθοποιούς, με βιτρίνα κάποιον ή κάποιους προβεβλημένους πρωταγωνιστές να συμπεριλαμβάνονται σε πρωτοκλασάτες πολιτιστικές διοργανώσεις όπως το Φεστιβάλ Επιδαύρου, χωρίς κανέναν έλεγχο για το επιχειρηματικό ποιόν τους απέναντι στους εργαζόμενους. Θα πρέπει να θεσμοθετηθεί, λοιπόν, ο αποκλεισμός των εργοδοτών που παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία από δημόσιες χρηματοδοτήσεις.

Αναγκαία όσο ποτέ, λοιπόν, η σύναψη νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, αλλά και οι προϋποθέσεις που θα θέσει το Δημόσιο για τις παροχές του και τη συνεργασία του με τους θεατρικούς επιχειρηματίες. Η εργασιακή ειρήνη, θα επέλθει με τη δίκαιη αντιμετώπιση των εργαζομένων και τη δημιουργική συνεργασία όλων των μερών.

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής στην Περιφέρεια Αττικής

(ΠΗΓΗ : http://www.avgi.gr/article/10812/8862885/syllogikes-symbaseis-ergasias-sto-theatro )