Τιμητική πλακέτα από την Ο.Μ. ΑΧΑΡΝΩΝ σε εκδήλωση στο

Δημαρχείο Αχαρνών για την συλλογή διηγημάτων ΞΥΛΙΝΑ ΧΑΛΚΙΝΑ ΚΡΟΥΣΤΑ.

Το βιβλίο παρουσίασε ο ποιητής Αντώνης Γκάτζης, αποσπάσματα διάβασαν οι ηθοποιοί

Λευτέρης Λουκαδής και Μαρία Φιλίππου, ενώ μελοποιημένα αποσπάσματα τραγούδησε ο

Τάκς Μπινιάρης. (Αχαρνές, 2/2/2014)pizap.com13861524136401 +-_Β+-+-+__Ζ_Δ+_ +μ+ξ+κ+β+Ψ+Σ +Σ+π+Σ+κ+ζ+σ+ζ

Τα ΞΥΛΙΝΑ ΧΑΛΚΙΝΑ ΚΡΟΥΣΤΑ στην Αμφίκλεια

 Από την παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων στην Αμφίκλεια.

Τη διοργάνωση έκανε η «Πρωτοβουλία Πολιτών Αμφίκλειας», στο βιβλιοπωλείο  «Της γνώσης το Δαδί».

Για το βιβλίο μίλησαν η ποιήτρια Μαρία Σκουρολιάκου και η φιλόλογος – γυμνασιάρχης Ελένη Μπέσιου.

Αποσπάσματα διάβασαν οι εκπαιδευτικοί  Ευγενία Πανουργιά και Ευσταθία Πολυζώη. Την εκδήλωση προλόγισε ο Δημήτρης Καλπύρης.2014.02.19 ΑΜΦΙΚΛΕΙΑ (29)

 

Εισήγηση της ποιήτριας    Μαρίας Σκουρολιάκου

Καλησπέρα σας,

Χάρις  στην  όμορφη σκέψη και πρόταση   της Πρωτοβουλίας πολιτών  ,  έχουμε τη χαρά και την τιμή  απόψε, να είναι κοντά μας, ο Πάνος Σκουρολιάκος,  ένας δικός μας άνθρωπος, Δαδιώτης , που πολύ συχνά είναι μαζί μας , κυκλοφορεί στα σπίτια μας  και μας χαρίζει το θεατρικό του ταλέντο , μέσα από διάφορους ρόλους .

Προσωπικά, αισθάνομαι πολύ ωραία με τη συγγένεια και το κοινό μας όνομα. Αφήστε δε, που όπου και να συστηθώ , ρωτούν, τον Πάνο τι τον έχεις;   Έτσι χάριν σ΄εκείνον  θυμούνται κι εμένα .

Ο Πάνος Σκουρολιάκος  σήμερα  μας εκπλήσσει,  με  μια άλλη του πλευρά, τη συγγραφική.

Με μια γραφή, που   ξάφνιασε τους κριτικούς, στις μέχρι τώρα παρουσιάσεις  που έγιναν στην Αθήνα και την Περιφέρεια,  καθώς σπάνια γράφεται πια. Γραφή ανατρεπτική, που αποτυπώνει και  φιλοσοφεί το ανθρώπινο δράμα και το άρρητο  της οδύνης,  με ιδιότυπο τρόπο .  Που  έχει ποιητική πυκνότητα,  υπερβαίνει  το χρόνο  της δράσης,  και  ακροβατεί  ανάμεσα στο όνειρο , τη μαγεία και την εσωτερικότητα.  Παίρνει   τον παλιό κόσμο  και, δεν τον αφηγείται ,αλλά τον αναδημιουργεί. Το πραγματικό με το φανταστικό  αλληλοσυμπληρώνονται και συμβαίνουν  πράγματα , υπερβατικά,  που όμως  είναι παραδεκτά.

Θα ταξιδέψουμε λοιπόν στο βιβλίο « Ξύλινα , Χάλκινα , κρουστά», που περιέχει  κείμενα, γραμμένα στη δεκαετία του ΄80 .  Είναι η καταγραφή, ενός κόσμου της μεταπολεμικής εποχής  του 60-70, που όμως, γίνεται υπαρκτό ενδεχόμενο στο δικό μας  τώρα, πόσο μάλλον, όταν  βιωματικές συνθήκες,   προσεγγίζουν τους ανθρώπους του βιβλίου και  ο χρόνος γίνεται παλίνδρομος,  λες  και   βρίσκεται κανείς στην Αθήνα  ή  σε κάποια πονεμένη γωνιά  της επαρχίας, στο   χτες και στο σήμερα .

Η  συμπύκνωση  και  η  μικρή φόρμα  έχουν ιδιαίτερη  δύναμη που διατρέχει κάθε ιστορία. Χωρίς να κουράζει όπως γίνεται με τα μυθιστορήματα, φέρει ταυτόχρονα και ένα ποιητικό ρυθμό που υποβάλλει τον αναγνώστη και τον μαγεύει. Τον κάνει  άμεσα κοινωνό, της ιδιαίτερης ματιάς,  στα πράγματα και τους ανθρώπους  αυτού το κόσμου,  της πόλης ή της επαρχίας,  που θέλει να μας περιγράψει.

Των ανθρώπων της  μνήμης και της μοναξιάς  με αδιέξοδα και  πάθη, μέσα σε δωμάτια  υγρά και μισοφωτισμένα , μέσα σε λαϊκούς χώρους των καφενείων , των λεωφορείων και των τραίνων, να ξετυλίγουν ήθη και εικόνες μιας εποχής γκρίζας, πικρής, χαρακτηριστικό τοπίο  μιας  μετατραυματικής κοινωνίας  που ψάχνει να συνθέσει το  κομματιασμένο της πρόσωπο .

Ανοίγουμε το βιβλίο με την «Ιερουσαλήμ». Πρώτη φράση « χωρίς αιδώ άρχισε να ετοιμάζεται όλο το ασκέρι για τη λαμπρή αναχώρηση». Καβαφικό στίγμα  για την πρόκληση , την ασέβεια και τον κυνισμό των νικητών. Περιγράφει συγκλονιστικά το χαλασμό και ακούστε μια πολύ ιδιαίτερη φράση . « Και σηκώθηκε ένας αγέρας όλο κακία και χώμα».

Ξεδιπλώνει  στη συνέχεια,  με  μοναδική ποιητική  αφήγηση,  τον κόσμο  των  ηττημένων και πώς  συνοδοιπορούν η ζωή και ο θάνατος.

Να σπαράζουν,  με μισά κορμιά  πάνω στα ερείπια, με συναισθήματα ακραίας θλίψης και χαράς μαζί,  όταν η ζωή με τη δύναμή της,  στήνει χορό ακατάλυτα. « Το πρωί έπρεπε  να κολλήσουν τα μέλη τους , να ξαναχτίσουν τα σπίτια , να ημερέψουν τους σκοπούς τους.

Μας  αγγίζουν τούτες εδώ οι λέξεις,  γιατί δεν υπάρχει  εποχή, που να μη  μαζεύουν τα κομμάτια τους, οι άνθρωποι αυτού του  τόπου, ριγμένοι σε χαλασμούς , σε ξενιτιές,  σε φτώχια και σε όνειρα γκρεμισμένα .

Παρακάτω , ένας εφημεριδοπώλης, γίνεται  ποδηλάτης και δραπετεύει στο όνειρο, σ΄ένα απίστευτο συναπάντημα με παλιούς ήρωες, ποιητές , ληστές , σε χρόνο άχρονο, γιατί αληθινά όλα μπορούν και συμβαίνουν, ξανά και ξανά .

Τα  «Αιματώματα»  ιστορούν  ανθρώπους γεμάτους  βάσανο. Φιγούρες τραγικές , δοσμένες με εξαιρετική  περιγραφή,  να δείχνει πώς λοξεύει η ζωή από μια  αιτία. Ένας καταλήγει στο ποτό , άλλος στο πρακτορείο, να περιμένει μάταια μια αγάπη,  κι άλλος σε ένα καφέ-μπαρ ή σε κάτι αδελφότητες, των εν Αθήναις Δαδιωτών, ψιθυρίζοντας τραγούδια Πωγωνίσια ή Ποντιακά , που κλείνουν βαθιά τη λύπη και τον απολέμητο καημό .

Ματωμένες ζωές, που ανταμώνουν άλλοτε, σε μια κομπανία, και ταξιδεύουν πετώντας τον παλιό εαυτό τους σαλταρισμένοι και λεύτεροι , όπως ο προδομένος , ο πρόσφυγας , ο παπάς, που βρήκε φιλημένη τη γυναίκα του κι ένας αλλοτινός επαναστάτης.

Ο Ερμόλαος  πάλι, με το ανεκπλήρωτο  της αγάπης του για το νερό,  κάνει  τον κάμπο θάλασσα , ρίχνει τα ψάρια της γυάλας στη στέρνα του, κάνει την παράγκα πλοίο  και η λύπη του γίνεται ευτυχία  , γιατί μέσα του φύσησε παράξενος αγέρας  κι  έγιναν ένα , πραγματικότητα και όνειρο.

Στις «Μεταστάσεις»,  ένα εκπληκτικό οδοιπορικό, στα   πικροσάββατα  όπου μετανάστες , αιμορραγούν ομαδικά  στις γειτονιές της Αθήνας και στην αμείλικτη νύχτα άνθρωποι κατάμονοι,  σέρνονται σε υπόγεια , μπαρκάρουν μέχρι την Πειραιώς και το Φωταέριο σε νταλκάδες και χρωματιστές γυναίκες. Με τη μηχανή του χρόνου  σε παλίρροια γραφή,   αντιδιαστέλλει τους Έλληνες  της ξενιτιάς «Εδώ είναι Αιγύπτιοι με  ποδήλατα , Έλληνες  στη Δυτική Γερμανία κι αυτοί» , και πως, ίδιοι είναι οι μετανάστες όλης της γης.

Στην Αγκούσα   τα χαμένα οράματα , η παράδοση των  όπλων , η πίκρα  της ψυχής    με το στίγμα αυτής της πράξης, για το τσαλάκωμα των αγωνιστών της Αριστεράς που ο νους τους  σταμάτησε ακριβώς εκεί : μας κοροϊδέψατε  δώστε το γκρά, το γκρα , δεν παραδίνω  εγώ
    Πιο κάτω συνεχίζουμε  την εξόρυξη αυτών, των κειμένων-διαμαντιών , όπου  κάποιος, σαν ο «Πέτρος»  της σταύρωσης ,  απαρνιέται  τρεις,  με το λάλημα του πετεινού, σημαίνοντας   τη διαχρονικότητα  της  ανθρώπινης  ενοχής , της μεταμέλειας , των δακρύων. Τις Ερινύες απ΄τις πανάρχαιες γραφές μέχρι  τις μέρες μας  .

Η «Άδεια πλατεία» , γυρίζει τη μνήμη στο χτες, με τον πεθαμένο πια  Καραγκιόζη και την παράκληση, να έρθουν  ξανά  κλαρίνα, να παίξουν τραγούδια ζωντανά , να χορέψουν και να γεμίσει πάλι η άδεια καρδιά.

        Στον Άξενο βράχο, μια παρέλαση, ένα ανθρώπινο καραβάνι , κομπανίες,  απόμαχοι, γριές της Κοζάνης, της Ειδομένης, της Αμφίκλειας, , παλιά καράβια , ένας αντάρτης Όλα τούτα εις μνήμην…

Γυρίζεις, στα ίδια μέρη, που περάσανε οι πρόγονοι. Πέφτουν τα φύλλα και σε παίρνει  ένα ποτάμι, καθώς πλήθος περνά,  σ΄εκείνο το  τραίνο το παλιό, που χάνεται μαζί τους, στα βουνά.

Ένα  ποτάμι σε τυλίγει και σε φέρνει στο φωτεινό σπίτι, κι έζησες μια αγάπη χαλασμό . Κυκλώνουν τα παράπονα ,οι μοναξιές, και το ποτάμι, από τον Παρνασσό κινώντας,  φτάνει στου Ατλαντικού τα κύματα , να φέρει τον λυγμό της ομορφιάς της . Έρχονται μουσικοί και παραγγέλνεις  της αγάπης,  μα αυτοί  παίζουνε του θανάτου .

Οι πεθαμένοι , κάθε που αστράφτει μια κραυγή , χορεύουνε μες τα νερά του ποταμού, στο σύννεφο της Αχερουσίας, με όργανα και βαθιά τραγούδια .

Στο μπαρ, μες τη μέθη, φεύγει ο άνθρωπος από το χώρο , πετά μαζί μ΄αυτόν στο διάστημα, όταν ένας μάγος,  φτιάχνει παραστάσεις , όπου περνούν μουσικές , χρώματα , ατζέντηδες και κιθαρωδοί , λόγια της μοίρας,  που άλλους πεθαίνει , άλλους ευτυχεί κι άλλους μονάσει. Κι  εκεί στην παραίσθηση, ένας άντρας και μια γυναίκα  της νύχτας, χορεύουν το χορό της ζωής και του θάνατου . Εκεί, έξω απ΄τους τοίχους,  περνάει ο Χριστός , ο Μπότσαρης , ο Μαρξ, ο Γκάντι, ο Κινγκ , τα κάλαντα της Θράκης .Κι συγγραφέας, αδειάζει το πλήθος το συνοθυλεμένο,   γίνεται φως και μένει, μόνο η νύχτα και  η γυναίκα.

Ένα στρατόπεδο, όπου «η Φρουρά» φεύγει απ΄τη σύνταξή της  και κινά, για ιδιωτικές μάχες, νυχτερινές, στον ουρανό . Ύστερα επιστρέφουν οι στρατιώτες αθέατοι, ο καθένας  με τις δικές του  πληγές ,  μπαίνουν ξανά στην πύλη, κι όποιος τους δει, σαλτάρει ο νους του .

Στους «Βλάμηδες», παράταιροι, αλλόκοτοι  περαστικοί, που αναστάτωναν τα χωριά, με  παράξενα πράγματα,   κι έκαμαν δέος και φόβο μαγείας, σαν ξωτικά  άλλου καιρού. Και , φεύγοντας μετά το αχολόγημα,  άφησαν μνήμες ξωτικές, που γίναν ξόρκι , μύθος παράταιρος  στα στήθια των απλών μοναχικών  ανθρώπων .

Ένας πίνακας δεν είναι η ζωή ; Που γίνεται  θάλασσα , κόσμος με γέλια και όπλα, φρίκη κι αλλοκοτιά , κι αν κατεβείς απ΄το κάδρο,  ζωγραφίζεις  τις δικές σου επαναστάσεις ,  καις  τα  υπόλοιπα, και  κρατάς ότι θες.

Οι ιστορίες του Πάνου Σκουρολιάκου  είναι από εκείνες, που γεννάνε και  φανερώνουν συναισθήματα – μονάδες μέτρησης της ύπαρξης. Επειδή,  μέσα  από τους βασανισμένους  απόσαρκους  και τη μοίρα τους, κρύβεται το γιατί  κάθε μαχαιριάς . Κρύβεται  ο εκτροχιασμός , καθώς σβαρνίζεται  ο άνθρωπος , στους τέσσερες αγέρηδες άγριων καταστάσεων και καταχωνιασμένων καημών.

Αισθάνεται κανείς, σε αρκετά διηγήματα ,  σαν να βλέπει  μια  Γκουέρνικα,  θα τολμήσω να πω , με την εξήγηση, ότι  δίνονται, ζωγραφικά σχεδόν, οι έντονες στιγμές της έκρηξης,  όσον αφορά το συμβολισμό της περιγραφής.

Το βλέμμα του Πάνου Σκουρολιάκου  κάνει άλματα  ανάμεσα σε χάσματα και περάσματα ακραία, και περνάει το σύνορο προς το αλλόκοτο και την τραγωδία.

Μας  βάζει  τόσο ζωντανά, μέσα στην πλοκή  , στη μέθεξη,  λες και είμαστε παρόντες , σε ότι  ζουν οι ήρωες , που,  έχει  άρωμα από το χτες,  καταγράφεται  ακόμα και στα αντικείμενα αλλοτινής χρήσης ,εντούτοις  νιώθουμε,  ως  να  συμβαίνουν γύρω μας,  μυστικά,  και μας ταξιδεύουν, σαν θίασος του δρόμου, σ΄ένα παραμύθι νοσταλγικό και μιαν αλήθεια πικρή μαζί.

Μπαίνει βαθιά σε κάθε ρόλο , με το χάρισμα  του ηθοποιού  που είναι καταλυτικό.  Φωτίζοντας  τις σκοτεινές πλευρές, με το  ανάλογο φως και τα επίπεδα χρονικότητας ,  αποκαλύπτει κόσμους αλλιώτικους,  που βλέπουμε σαν εικόνα που κινείται, γύρω απ΄τις συμμετρικές και συμβατικές  ζωές .

Ήρωες που μεταμορφώνονται  μέσα από τα πάθη τους, προσπαθώντας να υπάρξουν.  Μάρτυρες δια βίου, με ανεξόφλητα χρέη,  κομμάτια της Ιστορίας του τόπου, όπου κυλάει το Δημοτικό τραγούδι , η ποίηση , το παράπονο , μουσικές και όργανα  της παράδοσης.

Αυτά τα ομότροπα και  συνάλληλα   διηγήματα, τα ονόμασε νεανικές αμαρτίες ο Πάνος Σκουρολιάκος. Θα συμφωνήσω στη λέξη νεανικές ως προς το χρόνο δημιουργίας τους και ευτυχώς , γιατί γράφτηκαν με το πάθος του αυθορμητισμού και την αποκαλυπτική γνησιότητα του εσωτερικού κόσμου, που συγκρούεται, με την εξωτερική δράση ,  για την αληθή όψη των πραγμάτων . Η δε κρυπτική  του  γραφή δεν  αποκαλύπτει  τελικά  το σημαινόμενο και μας αφήνει  αίολους  στη  γοητία  των   εκδοχών . Αυτό κι αν είναι ποιητικό !

Το σημαντικό και βέβαιο , είναι, ότι  σ΄αυτό το ταξίδι, στο βιβλίο «Ξύλινα, Χάλκινα , Κρουστά»   , ο καθένας,  θα βρεί  ένα κομμάτι  στην άκρη της ψυχής του, που θα είναι εκεί, βαθιά στις σελίδες  και η μαγική αφήγηση του λόγου,  θα ανοίξει  ένα παράθυρο,  απ΄όπου θα απαντήσει,  γιατί  οι άνθρωποι  φεύγουν από τα όρια , γιατί πονούν , γιατί φτιάχνουν έναν άλλο κόσμο,  να χωρέσουν  το ανεκπλήρωτο , που αφήνει, μια Άδεια πλατεία   ή  κάποια  Αγκούσα της ζωής .

Πάνο σ΄ευχαριστούμε  για τα μαγικά ταξίδια  και , να μας χαρίσεις κι άλλες τέτοιες αποδράσεις, στα βαθιά νερά του ονείρου,  για να ισορροπούμε  το αλλόκοτο της πραγματικότητας  που βιώνουμε γύρω μας .

 

2014.02.19 ΑΜΦΙΚΛΕΙΑ (17)

 

Εισήγηση της κ.   Ελένης  Μπέσιου

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ (1)

 

2014.02.19 ΑΜΦΙΚΛΕΙΑ (27)

 

Χάλκινα Ξύλινα Κρουστά στην Πτολεμαΐδα (video)

Σε μια βροχερή Πτολεμαΐδα, η αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου, συγκέντρωσε ζεστούς ανθρώπους με θέληση για επικοινωνία μέσω της λογοτεχνίας αλλά και με αγωνίες για τον πολιτισμό, την τέχνη, την πολιτική. Καίριες παρατηρήσεις, όμορφες απόψεις από την παλλόμενη και ζωντανή περιφέρεια. Από την ξεχασμένη από το κράτος Πτολεμαΐδα, εκεί πάνω στην άκρη σχεδόν της πατρίδας μας!

Συζήτηση στην Κατερίνη για το θέατρο και τον πολιτισμό στην εποχή των μνημονίων

ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2014, 19.30

Ποια είναι σήμερα η κατάσταση στο χώρο του πολιτισμού, τι συμβαίνει με τις ατελείωτες περικοπές, τη διάλυση και την εξαφάνιση θεσμών (βλ. πρόσφατα την κατάργηση του ΕΚΕΒΙ); Σε αυτή τη συζήτηση φιλοδοξεί να συμβάλλει και η εκδήλωση της Τετάρτης (5 Φεβρουαρίου) με ομιλητή το γνωστό ηθοποιό και σκηνοθέτη αλλά και μαχητικό υπερασπιστή του δημόσιου λόγου γύρω από τον πολιτισμό.

exofyllo_1

Παράλληλα, στην ίδια εκδήλωση ο ποιητής και φιλόλογος Αντώνης Κάλφας μιλά για το προσφάτως εκδοθέν βιβλίο του Πάνου Σκουρολιάκου με τίτλο «Ξύλινα, Χάλκινα, Κρουστά» (2013) ενώ κείμενα διαβάζουν οι ηθοποιοί Χάρης Αμανατίδης και Γιώργος Χανδόλιας.

Πηγή

Τα αμόλυντα, τα υπέροχα, τα εξαιρετικά

23.10.2013

Του Γιώργου Μαρκόπουλου

Τριανταπέντε χρόνια κάνει πρεμιέρες στο θέατρο ο Πάνος Σκουρολιάκος, προχθές το βράδυ στη Στοά του Βιβλίου ήταν και η παρθενική του στο βιβλίο. Ήταν μια ξεχωριστή πρεμιέρα, με τα “Ξύλινα Χάλκινα Κρουστά” στον πρωταγωνιστικό ρόλο, με τους αγαπημένους φίλους του, τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο, τον κριτικό λογοτεχνίας Αλέξανδρο Ζήρα και τον συγγραφέα Ανδρέα Μήτσου που σύστησαν τη συγκεντρωτική συλλογή διηγημάτων του (εκδόσεις του Αυγούστου), αποκωδικοποιώντας τα πρόσωπα, τις ανάσες και την ποιητική των κειμένων, αλλά και την ηθοποιό και βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Μαρία Κανελλοπούλου και τον ομότεχνό της Δημήτρη Καταλειφό που σύστησαν με τρόπο εξαιρετικό, αποσπάσματα του βιβλίου. Πρόκληση και πρόσκληση ανάγνωσης ενός ξεχωριστού βιβλίου, γραμμένου από έναν ξεχωριστό και πολυσχιδή καλλιτέχνη και δραστήριο πολίτη. Με το κείμενο που ακολουθεί, ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος αποτύπωσε προχθές το λογοτεχνικό στίγμα του βιβλίου και δι’ αυτού μια ακόμα δημιουργική πτυχή του συγγραφέα του.

Αισθάνομαι βαθυτάτη την ανάγκη να σας πληροφορήσω ότι είμαι όσο δεν γίνεται άλλο συγκινημένος που βρίσκομαι και εγώ απόψε μαζί σας, στην παρουσίαση του βιβλίου του Πάνου Σκουρολιάκου, καθ’ ότι με τον Πάνο με συνδέει από την εφηβεία μας ήδη αταλάντευτη αδελφική φιλία, η οποία στη συνέχεια εξελίχθηκε και σε δυνατή οικογενειακή με τους γονείς και τα αδέλφια μας. Αδελφική φιλία, λοιπόν, και όχι μόνο. Και λέω “όχι μόνο”, διότι κοινές υπήρξαν και οι αναζητήσεις μας, τόσο οι πολιτικές όσο και οι λογοτεχνικές και πνευματικές. Τα κείμενά μας μάλιστα τα γράφαμε και ύστερα τα διαβάζαμε ο ένας στον άλλον, κάνοντας τις παρατηρήσεις μας σε ένα παγκάκι της πλατείας Βικτωρίας, καθότι εγώ έμενα -και μένω- στην περιοχή αυτή, ενώ ο Πάνος ήταν φοιτητής στην ένδοξη τότε, και στις σπουδές και στο φοιτητικό κίνημα, Ανωτάτη Εμπορική.

Ας περάσουμε όμως στο βιβλίο. Ο Πάνος Σκουρολιάκος ανήκει στην κατηγορία εκείνη των πεζογράφων που, ταυτοχρόνως με ό,τι άλλο, αγγίζει όλο και περισσότερο, όλο και πιο διακριτικά, στα γραπτά του, την ποιητική ουσία των πραγμάτων -και αυτό προσωπικά το βρίσκω σπουδαίο και δώρο της φύσης μεγάλο. Διαβάζοντας μάλιστα το βιβλίο και πάλι, στάθηκα σε μερικά τμήματα που πολύ θα τα ζήλευε ο κάθε ιδιαιτέρας καλαισθησίας δημιουργός. Και τούτο γιατί ο Σκουρολιάκος είναι συγγραφέας με πλούσιες μέσα του πηγές, πραγματικά κοιτάσματα, με ένστικτο και με μια γραφή μέσα από την οποία εκπορεύεται η φαντασία, η ευρηματικότητα, η καλλιέπεια και η δύναμη των βιωμάτων. Βιωμάτων “καρδιάς πανηγυριώτισσας”, δοσμένα με έξοχη και με ακρίβεια γραμμαρίου ζυγισμένη συναισθηματική φόρτιση, γεμάτη αγρύπνια ταραγμένη και φυγή “αλαφροΐσκιωτων”. Διαρκής φυγή, “καταραμένη” και αθόρυβη, μέσα από την οποία ο γράφων με μια δήθεν “αφελή” αφηγηματικότητα προσπαθεί να παραστήσει τον αμέτοχο, αλλά πολύ εύκολα κανείς παρατηρεί την καλά κρυμμένη επώδυνη συμμετοχή του, φορτωμένη πολύχρωμες μνήμες, ένα ακατανίκητο φως κάτω από τη δύσκολη μοίρα των ηρώων, μια τραγική ζωντάνια κάτω από το φωτοστέφανο της αθωότητάς τους και έναν απεριόριστο ερωτισμό κάτω από τις κοινωνικές αναστολές τους.

Ο Πάνος Σκουρολιάκος βρίσκει έναν δρόμο και έναν τρόπο εδώ πολύ στέρεο και πολύ προσωπικό. Στις σελίδες του “κυκλοφορεί κόσμος” για τους μη μυημένους περίεργος. Κυκλοφορούν άνθρωποι ονειρικοί που ίπτανται συνήθως, απαρνούμενοι το ειδικόν βάρος του σώματός τους, χάνονται. Κινούνται άνθρωποι αρχέγονοι. Κινείται ένας θίασος αγνώστων στην αρχή μεταξύ τους, αλλά που τους ενώνει στη συνέχεια το μεγάλο φορτίο της μοναξιάς και της κοινής λύπης τους μέσα στον κόσμο ετούτο. Κινούνται νομάδες που ταξιδεύουν αδιάκοπα, αέναα, άηχα, στον μελαγχολικό ουρανό. Κινούνται “εξόριστοι” όπου όλοι μαζί ενωμένοι πάνε να συναντήσουν την πικρή χαρά τους, πάνε να αποτινάξουν την τραγική τύχη τους αλλού, μακριά, πέρα από τα τείχη που τους ύψωσε εδώ κάτω αυτό το αμείλικτο σύστημα με τις βάρβαρες ταξικές φυλακές του. Κινείται λανθανόντως ένα πλήθος αλλόκοτων που αγγίζουν την υπέρβαση. Μεταστάσεις και αντιδράσεις της σκοτεινής πλευράς του ανθρώπου. Όλα με μια παραστατικότητα μοναδική, με μια γλώσσα αβίαστη, αρχιτεκτονημένη μέσα στο πλαίσιο της γνώσης, της μαστοριάς και της συμμετρίας, με μια γλώσσα απρόσκοπτη, ρέουσα. Κυκλοφορεί μια πραγματικότητα που δεν “έφυγε”, αλλά απωθήθηκε, αποσιωπήθηκε, εξεδιώχθη βεβιασμένα, που δεν “χάθηκε” αλλά συγκαλύφθηκε από τα σύγχρονα “κατορθώματα” της παράλογης όσο και παρανοϊκής προσπάθειας της κακής εξ-αστικοποίησής μας και που όμως στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ψυχή ξεκομμένη, ατακτοποίητη, που έχει δικαστεί από την ίδια της την τραγική δίψα για ζωή, στο τέλος, ασφυκτιώντας, να αυτοκαταστρέφεται. Άλλωστε και “Αγκούσα”, κατά το λεξικό, δυσκολία αναπνοής -σημαίνει- δυσφορία λόγω ανεπάρκειας αέρα, δύσπνοια, πνιγμονή, αγκομαχητό, κόμπος, ασφυξία, στενοχώρια, πλάκωμα, εφιάλτης, σεβντάς. Σεβντάς, επισημαίνω, και όχι μεράκι. Διότι ο μερακλής είναι σχεδόν πάντοτε πλημμυρισμένος στην καλή διάθεση και στο κέφι, ενώ τον σεβνταλή τον διαποτίζουν διαβρωτικά εικόνες βαριά συννεφιασμένες συνήθως, σαν να είναι έτοιμες να φέρουν βροχή τρομερή, ραγδαία βροχή, πυκνή στα βουνά και λεπτή στους κάμπους και τις πεδιάδες, κοσκινισμένη μέσα στο κάνιστρο της θλίψης. Αυτής της θλίψης που στεριώνει και στοιχειώνει αβάσταχτα μέσα μας άδειες και μόνον “άδειες πλατείες”.

Ως εκ τούτου, στοιχεία αρχετυπικά, τεκταινόμενα, συνήθειες και αντικείμενα χρήσεων αλλοτινών, δίνουν μια διάσταση σπάνιας μαγείας στα κείμενα του βιβλίου. Στα κείμενα αυτά που τα εξαγνίζει η αγιότητα των ηρώων του. Στα κείμενα αυτά που αχνολάμπουν σαν μακρινά χωριά της νεότητάς μας ή σαν τα όνειρα γι’ αυτό που θέλαμε κάποτε να γίνουμε και δεν γίναμε. Στα κείμενα αυτά που μοιάζουν με παιδάκια και όλα μαζί σαν ένα παιδάκι που, χωρίς να το έχει καταλάβει, ενώ προχωράει παίζοντας τη φυσαρμόνικά του αμέριμνο, από την πίσω τσέπη του παντελονιού του πέφτουν στον δρόμο αστέρια. Στα κείμενα αυτά που μοιάζουν σαν ιστορίες που τις θυμάσαι έχοντάς τις διαβάσει χρόνια πολλά και ξάφνου, μέσα στη μέθεξή σου, θυμάσαι, συνειδητοποιείς κάτι που το είχες ξεχάσει: το ότι δηλαδή στη διαδραμάτισή τους συμμετείχες ως συμπρωταγωνιστής και εσύ.

Όλα αιωρούνται και εξαϋλώνονται ανεπαισθήτως στο βιβλίο του Σκουρολιάκου. Αιωρούνται και εξαϋλώνονται προσφέροντάς μας τελικά μια λυτρωτική πανδαισία, μια νικητήρια φωτογένεια των ταπεινών, μια απογείωση, ένα μύρο κάποτε γνώριμο, λεπτό, όπως όταν ανοίγουμε σεντούκια με ρούχα – θυμητάρια ανθρώπων δικών μας, που χρόνια τώρα πια έχουν φύγει από κοντά μας. Και όλα αυτά μέσα από έναν καταιγισμό εικόνων ουράνιας καταγωγής, μέσα από έναν λόγο πέρα ώς πέρα ερωτικό, διότι απέραντα ερωτικός με ολόκληρη και όχι τη μονόπλευρη έννοια του όρου είναι ο συγγραφέας αυτός, αλλά και μέσα από μουσικές μακρόσυρτες, μαυροφορεμένες, από διάφορα μέρη μακρινά η κάθε μια, τις οποίες όμως ενώνει το κοινό ψιλόλιγνο κλάμα τους και το μονήρες παράπονό τους. Το παράπονο εκείνο που χάρισε τη μαγιά στον Σκουρολιάκο για να μας προσφέρει όλα αυτά τα κείμενα, τα αμόλυντα, τα υπέροχα, τα εξαιρετικά.