Αγαπημένο μου κέντρο (ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ 19/11/207)

Του Πάνου Σκουρολιάκου  * 

Ως νύφη το «κέντρο», θα ήταν πολύφερνη και στην κοινωνική αλλά και στην πολιτική του διάσταση. Συμπεριλαμβάνοντας κοινωνικά στρώματα με μεσαίο μεν αλλά άνετο σε σχέση με εργατικά ή αγροτικά στρώματα οικονομικό στάτους, το κοινωνικό κέντρο εκφράζει εκείνους τους πολίτες που διαθέτουν συχνά ανώτερη παιδεία, υψηλό πολιτιστικό δείκτη και έχουν εξασφαλίσει μια ζωή που είναι πάνω από τον μέσο όρο της χώρας. Από αυτό το κοινωνικό κέντρο μάλιστα, είναι ευκολότερη η πρόσβαση στο ασανσέρ προς την «ανώτερη τάξη». Στη χώρα μας, την περίοδο πριν την κρίση, αυτός ο κεντρώος χώρος συμπαρέσυρε πολλούς προς τα πάνω. Με την χρεοκοπία και την κρίση όμως και η μεσαία τάξη ταλαιπωρήθηκε. Έχοντας μάλιστα την ψευδαίσθηση της διαρκούς ευημερίας και παρ ότι διέθετε οικονομικό απόθεμα, πιέσθηκε πάρα πολύ. Πέραν αυτών που είχαν φυγαδεύσει τον πλούτο τους στο εξωτερικό, οι άλλοι, είδαν τα έσοδά τους να καταρρέουν και τις επιχειρήσεις τους να κινδυνεύουν ή να κλείνουν, αδυνατώντας να διατηρήσουν το επίπεδο ζωής που είχαν εξασφαλίσει μέχρι τότε.

Το «πολιτικό Κέντρο» με μακρά ιστορία στην Ελλάδα, (χωρίς να ταυτίζεται απολύτως), εξέφραζε τα στρώματα του κοινωνικού κέντρου. Αυτός ο πολιτικά κεντρώος χώρος, υπήρξε προοδευτικός και ευνοϊκά διακείμενος σε αιτήματα δημοκρατίας. Ας μην ξεχνάμε πως το Κέντρο ιστορικά συνεργάσθηκε με την Αριστερά και πολλοί αριστεροί του ΕΑΜικού κινήματος, βρήκαν καταφύγιο σε αυτό κατά τα χρόνια των διώξεων. Η κρίση λοιπόν, ενεργοποίησε τα προοδευτικά αντανακλαστικά των κεντρώων στρωμάτων και διάλεξαν στρατόπεδο, επιλέγοντας προοδευτικές θέσεις. Συντάχθηκαν και στήριξαν την Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ ώστε να κυβερνήσει.

Τα τρία χρόνια διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα έχουν διαμορφώσει νέα κατάσταση. Ανασχέθηκε η «ελεύθερη πτώση». Τα σημάδια της ανάκαμψης είναι εμφανή, η δύσκολη δουλειά έγινε. Πλην όμως η «ολική επαναφορά» απαιτεί χρόνο και κόπο.

Πόσο είναι διατεθειμένα αυτά τα κεντρώα στρώματα να κάνουν υπομονή, ώστε ατομικά ο καθένας αλλά και συλλογικά ως χώρα να βαδίσουμε προς την ανάκτηση ενός καλύτερου επιπέδου ζωής με δίκαιη διανομή της ανάπτυξης;

Οι εκλογές είναι μπροστά. Σε εξέλιξη βρίσκεται ο αγώνας διεκδίκησης του κοινωνικού κέντρου από τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου. Το ΠΑΣΟΚ, υιοθετώντας την ατζέντα της ΝΔ, έχει απολέσει την προοδευτική κοινωνική του βάση. Γι΄ αυτό, είναι δύσκολο να αποκτήσει τα παλιά κοινωνικά του ερείσματα εάν δεν κάνει μια νέα ριζοσπαστική εκκίνηση με σαφές μέτωπο στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο της ΝΔ. Με τις εκλογές για νέο φορέα, η άμεση διεύρυνση προς τη ΝΔ μέσω Καμίνη ή Θεοδωράκη απέτυχε. Η κ. Γεννηματά επανακινητοποίησε μέρος του παλιού ΠΑΣΟΚ. Προς τα πού θα το πάει;

Η ΝΔ (Μητσοτάκης – Άδωνις), είναι πια ένα συνονθύλευμα ακραίων δεξιών απόψεων, που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της μεσαίας τάξης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση της αριστεράς αποδεχόμενος επιλογές που δεν ανήκουν στο δικό του οπλοστάσιο, προετοιμάζει παράλληλα, μια άλλη κοινωνικοοικονομική διάρθρωση. Χτυπά την φοροδιαφυγή και την διαφθορά. Με διαφάνεια και έλεγχο, εξασφαλίζει καθολική πρόσβαση σε κοινωνικά αγαθά όπως η υγεία και η παιδεία. Διασφαλίζει πρόσβαση στον δημόσιο χώρο για τον επαγγελματία, τον επιχειρηματία , τον νέο άνθρωπο. Φροντίζει ώστε να ευεργετούνται όλοι από τις δυνατότητες που δίνει το κράτος χωρίς να περνούν από το κομματικό, βουλευτικό ή υπουργικό γραφείο.

Μια τέτοια νέα προοπτική για τη χώρα ωφελεί όλα τα κοινωνικά στρώματα. Το κοινωνικό κέντρο εξασφαλίζει οξυγόνο, ευκαιρίες, δικαιοσύνη. Και το πολιτικό Κέντρο δεν γίνεται βορά στα χέρια εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που ήδη, συμπεριφέρθηκαν εχθρικά απέναντι του.

Η «πολύφερνη νύφη» λοιπόν, οφείλει να σκεφθεί πολύ για τις επιλογές της, γιατί κυκλοφορούν και προικοθήρες!

*Βουλευτής Περιφέρειας Αττικής του ΣΥΡΙΖΑ

(ΠΗΓΗ : https://www.ecoleft.gr/2017/11/19/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%AD%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF/)

Ο Βιτόριο Αμεντέο Αλφιέρι εμπνέει τους ραγιάδες

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Το κίνημα του Διαφωτισμού στην Ιταλία του 18ου αι. ενεργοποίησε τον πόθο των Ιταλών θεατρανθρώπων για την δημιουργία ενός θεάτρου «τραγωδίας» σε μιαν εποχή όπου το εμπορικό θεατρικό είδος του μελοδράματος κυριαρχούσε. Με πενιχρή παρουσία, οι τραγωδίες έβλεπαν τα φώτα της σκηνής σε αραιά διαστήματα, απευθυνόμενες σε ένα μικρό ακαδημαϊκό και κολεγιακό κοινό. Εκείνος που άλλαξε το θεατρικό τοπίο και τοποθέτησε την τραγωδία στα ενδιαφέροντα του μεγάλου κοινού ήταν ο δραματουργός Β.Α. Αλφιέρι (1749 – 1803).

Ο σπουδαίος αυτός δημιουργός δεν έμεινε στα εξωτερικά μορφολογικά χαρακτηριστικά ενός έργου που διεκδικεί τον τίτλο του «τραγωδιακού κειμένου». Επεξεργαζόμενος την πολιτική και πολιτιστική πραγματικότητα της εποχής, πρότεινε ένα νέο είδος τραγωδίας που απαντούσε στις ανάγκες των καιρών. Κρατώντας από τους μακρινούς αρχαίους Έλληνες ομότεχνούς του μόνο την ενότητα δράσης, προίκισε τους ήρωές του με έντονα συναισθήματα και πάθη, τα οποία ήταν κυρίως κοινωνικά και πολιτικά. Οι ήρωες του πολεμούν την τυραννία, τον δεσποτισμό και την καταπίεση. Τοποθετώντας στη θεματική του την αντιπαράθεση τυραννίας – ελευθερίας, γίνεται κήρυκας και ενθουσιώδης εξεγερτής όλων όσοι ζούσαν στη σκλαβιά. Ευαίσθητος δέκτης της εποχής του, αντιλαμβανόμενος την κατάρρευση της αριστοκρατικής τάξης, επιχειρεί μια κριτική αυστηρή στη σύγχρονή του πολιτικοκοινωνική κατάσταση, γράφοντας την τραγωδία «Φίλιππος» (1775). Το θέμα είναι παρμένο από τη δεξαμενή της ιστορίας και των μύθων της Αρχαίας Ελλάδας. Συνεχίζει με άλλα έργα, όπως τα: «Πολυνίκης» (1775), «Αντιγόνη» (1776), «Ορέστης» (1776), «Τιμολέων» (1779).

Η αρχαιοελληνική θεματική του, που καλούσε τους σκλάβους να εξεγερθούν, προκάλεσε τους ραγιάδες – Έλληνες διανοούμενους στην Ευρώπη να τον προσέξουν και να τον μελετήσουν προσεκτικά. Αυτοί όλοι οι ήρωες, ο Φίλιππος, ο Πολυνίκης, η Αντιγόνη, ζούσαν στη Μακεδονία, στη Θήβα και στην Αθήνα και μιλούσαν μια παλιότερη αλλά ελληνική γλώσσα. Ήσαν δικοί τους άνθρωποι. Πρόγονοι μακρινοί. Έτσι λοιπόν, ξεκίνησε η ταύτιση των υποτελών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που μιλούσαν την ελληνική γλώσσα με την έννοια «Έλληνας». Μια νέα ταυτότητα επανέρχεται πια για τους ραγιάδες, που ετοιμάζονται για την μεγάλη εξέγερση.

Η επικοινωνία με αυτές τις τραγωδίες τούς φέρνει σε επαφή με εμβληματικούς προγόνους και τους ωθεί στην αμφισβήτηση της σκλαβιάς. Τους προετοιμάζει για την οργανωμένη διεκδίκηση μιας ελεύθερης ζωής.

Οι κοσμογυρισμένοι Φαναριώτες θα φιλοξενήσουν στα σαλόνια τους αναγνώσεις αυτών των έργων και στη συνέχεια κάποιες απόπειρες ερασιτεχνικών παραστάσεων τραγωδιών του Αλφιέρι. Έτσι λοιπόν ο «Ορέστης» του ανεβαίνει το 1817 στο Βουκουρέστι από μια ομάδα φλογερών νέων ερασιτεχνών. Έχει προηγηθεί το ανέβασμα της «Εκάβης» του Ευριπίδη από τον Λάμπρο Φωτιάδη, καθηγητή στην Ελληνική Ακαδημία του Βουκουρεστίου, πιθανότατα πριν το 1805. Ο «Ορέστης» ανεβαίνει ξανά στη Σμύρνη το 1825. Εκεί η παράσταση ενθουσιάζει το κοινό και γίνεται μοχλός για την έκδοση αρχαιόθεμων δραμάτων της κλασικίζουσας Ευρώπης της εποχής. Ανεβάσματα των τραγωδιών του Αλφιέρι συνεχίσθηκαν και μετά την επανάσταση του ’21 στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στην ελεύθερη Ελλάδα. Επαγγελματικοί θίασοι του νέου ελληνικού κράτους τις συμπεριελάμβαναν σταθερά στο ρεπερτόριό τους. Αλλά και ερασιτέχνες της Κωνσταντινούπολης, κρατώντας δυνατή τη φλόγα της ελευθερίας, οργανώνουν παραστάσεις, όπως η «Εταιρία Φιλομούσων Υψωμαθείων» που ανεβάζει τον «Ορέστη» στα 1870.

Το κωνσταντινουπολίτικο θέατρο είναι ο θεμέλιος λίθος του Νεοελληνικού Θεάτρου. Η θεατρική συντεχνία, στην πορεία της προς την εξέλιξη του θεάτρου στη νέα ελληνική γλώσσα, έπειτα από αιώνες σιωπής, μαθήτευσε σε τρεις σπουδαίους συγγραφείς. Στον Σαίξπηρ, στον Μολιέρο και στον Αλφιέρι. Δεν αξιολογούμε τη σπουδαιότητά τους. Θα μπορούσαμε όμως να υποστηρίξουμε πως ο Αλφιέρι μας δίδαξε εξίσου με τους άλλους δύο παγκόσμιους συγγραφείς, ως αναμορφωτής της τραγωδίας στην εποχή του, αλλά και λόγω του αρχαιόθεμου και του αγωνιστικού – φιλελεύθερου περιεχομένου των έργων του.

Υπήρξε λοιπόν ο κόμης Vittorio Amedeo Alfieri ένας από τους εμπνευστές των ραγιάδων για τη διεκδίκηση της ελευθερίας τους από τον οθωμανικό ζυγό. Και αυτό, το έκανε μέσω της πανάρχαιας και πάντα νέας τέχνης του θεάτρου.

Πηγές:

1. Π. Μποζίζιο «Ιστορία του Θεάτρου», Εκδ. Αιγόκερως.

2. Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης «Λεξικό του Θεάτρου», Εκδ. Νεφέλη

3. Χρ. Σταματοπούλου – Βασιλάκου «Το θέατρο στην καθ’ ημάς Ανατολή» Εκδ. Πολύτροπον.

 

* Ο Π. Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής της Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ : ΕΦΗΜ.ΑΥΓΗ http://www.avgi.gr/article/10812/8536158/o-bitorio-amenteo-alphieri-empneei-tous-ragiades)

Η Μάνα (Γκόρκι – Πουντόβκιν – Μπρεχτ) ( Εφημ. ΑΥΓΗ 11.11.2017 )

«Όταν ήμουνα μικρός, θέλησα να πιάσω τον ήλιο στο ποτήρι» λέει στη «Μάνα» ένας ήρωας του Γκόρκι. Δεν τα κατάφερε. Ο Πουντόβκιν και ο Μπρεχτ όμως κατάφεραν να φυλακίσουν τον ήλιο της “Μάνας” του σπουδαίου Ρώσου στα δικά τους ποτήρια. Και από αυτά ξεδιψούν χρόνια τώρα όσοι προσεγγίζουν τα μεγάλα αυτά αριστουργήματα

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Υπάρχει μία Μάνα στην παγκόσμια Ιστορία της τέχνης με πολλά παιδιά. Τρία από αυτά ξεχώρισαν όσο λίγοι στον καιρό τους αλλά και στα κατοπινά χρόνια.

Ο ιδρυτής του αισθητικού – πολιτικού ρεύματος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού Μαξίμ Γκόρκι γράφει στα 1906 τη «Μάνα», ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ενεργό πολιτικό στέλεχος, επαναστάτης κομμουνιστής, μάχεται για την προετοιμασία της επερχόμενης Οκτωβριανής Επανάστασης, με όπλα την πένα και το ταλέντο του. Στο έργο αυτό, που ενέπνευσε τους ξεσηκωμένους εργάτες, αγρότες, στρατιώτες και διανοούμενους της εποχής, τίθεται για πρώτη φορά στη λογοτεχνία, η οργανωμένη πάλη του προλεταριάτου για τον σοσιαλισμό με την καθοδήγηση του κόμματος της εργατικής τάξης. Στη διαδικασία του οργανωμένου αγώνα, η ασυνειδητοποίητη ακόμα Μάνα γίνεται αιτία να συλληφθεί από τις αρχές ο επαναστάτης γιος της. Στον αγώνα της να τον ελευθερώσει γίνεται δραστήριο μέλος του επαναστατικού κινήματος. Στο σπίτι του δασκάλου Βεσόβτσικοβ, η Πελαγία Βλάσοβα θα μάθει να διαβάζει και θα μυηθεί στη νέα ιδεολογία που έρχεται να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την εκμετάλλευση και να αποκαταστήσει την κοινωνική αδικία. Με τον τουφεκισμό του γιου της καθώς προσπαθεί να διαφύγει, η Μάνα δεν εγκαταλείπει, αλλά συνεχίζει τον οργανωμένο αγώνα με τους συντρόφους του γιου της, που τώρα είναι οι δικοί της σύντροφοι.

Το σπουδαίο αυτό μυθιστόρημα αποτέλεσε αγαπημένο διάβασμα για τους επαναστάτες της εποχής, αλλά και όλων των άλλων εποχών έως σήμερα. Έπαιξε όμως σπουδαίο ρόλο και στη δημιουργία νέων έργων τέχνης εμπνέοντας άλλους δημιουργούς.

Με την επικράτηση της επανάστασης του 1917, το νέο σοβιετικό κράτος δημιουργεί τη δική του τέχνη, βάζοντας την στην υπηρεσία των νέων κοινωνικοπολιτικών δεδομένων. Έτσι λοιπόν, αποφασίστηκε να μεταφερθεί στον κινηματογράφο το σπουδαίο αυτό έργο του Γκόρκι. Η νέα και ραγδαία αναπτυσσόμενη τέχνη του σινεμά, που φτάνει ελκυστική σε μεγάλες μάζες πολιτών, αποτέλεσε την πρωτοπορία της επαφής του νέου κράτους με τους πολίτες του.

Η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας του φιλμ, με σκηνοθέτη τον οπερατέρ Γιούρι Ζελιαμπούζσκι, σταμάτησε βίαια. Η προσπάθειά του να δει ανανεωτικά το κείμενο και η αλλαγή του τίτλου από «Μάνα» σε «Πατέρα» προκάλεσαν την οργισμένη αντίδραση του Α. Λουνατσάρσκι, με αποτέλεσμα η σκηνοθεσία να δοθεί στον Βέσελβοντ Πουντόβκιν, έναν χημικό, που ανακάλυψε τον κινηματογράφο μέσα από τη δυνατότητα που του έδινε το μέσο ώστε να δράσει πολιτικά. Περιφρονούσε ο Πουντόβκιν τον κινηματογράφο των νεανικών του χρόνων που παρήγαγε σαχλές κωμωδίες και χοντροκομμένα δράματα. Με τη νέα σοβιετική εξουσία όμως, του δόθηκε η ευκαιρία να κάνει μερικά από τα σημαντικότερα φιλμ της παγκόσμιας ιστορίας του κινηματογράφου. Στη «Μάνα», δεν αφηγείται απλώς την ιστορία της επανάστασης, αλλά αναδεικνύει τη διαδικασία του ξεσηκωμού έως την επικράτηση των επαναστατών. Πατώντας σε ένα δυνατό σενάριο (το ίδιο το έργο του Γκόρκι), προτείνει τη δική του πρωτοπορία σε μια εποχή στέρησης και έξαρσης, αυτοθυσίας και χαράς της ζωής. Παραδίδει, το 1926, ένα έργο υψηλής αισθητικής, γεμάτο από ποιητικές μεταφορές, τόνο επικό και εργαλείο πολιτικής δράσης.

Τη σκυτάλη της «Μάνας» παίρνει στα χέρια του το 1931 στο Βερολίνο ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Εντάσσει τη «Μάνα», ένα από τα ευαγγέλια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, στη δική του επαναστατική – αισθητική πρόταση, των «Διδακτικών έργων». Η δραματουργία του Μπρεχτ, ως αντιαριστοτελική, κρατά αποστάσεις από τη συναισθηματική συμμετοχή του θεατή και προσπαθεί ψύχραιμα να διαλεχτεί μαζί του, επιχειρώντας να του διδάξει μια συγκεκριμένη πρακτική συμπεριφορά. Τη συμπεριφορά του ανθρώπου που θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να τα αλλάξει όλα και βέβαια τη στάση του απέναντι στο θέατρο. Δεν πρέπει να ταυτίζεται, να παρασύρεται και να αποπροσανατολίζεται σε επιμέρους περιπτώσεις που ανάγουν το ιδιωτικό σε κάτι που αφορά τους πάντες. Εισάγει τον όρο «Γκέστους» ως πρόταση για προσωπική αλλά και συλλογική στάση απέναντι σε καταστάσεις και εκφάνσεις της ζωής.

Η «Μάνα» του Μπρεχτ ανέβηκε στο Βερολίνο το 1932 με την Έλενα Βάιγκελ στον ομώνυμο ρόλο, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Παίχτηκε σε πολλές σκηνές σε όλο τον πλανήτη. Εδώ, την ανέβασε ο Λεωνίδας Τριβυζάς με το «Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο» το 1975 και τη Ν. Αγγελίδου ως Πελαγία Βλάσοβα. Μεγάλη επιτυχία.

«Όταν ήμουνα μικρός, θέλησα να πιάσω τον ήλιο στο ποτήρι» λέει στη «Μάνα» ένας ήρωας του Γκόρκι. Δεν τα κατάφερε. Ο Πουντόβκιν και ο Μπρεχτ όμως κατάφεραν να φυλακίσουν τον ήλιο της “Μάνας” του σπουδαίου Ρώσου στα δικά τους ποτήρια. Και από αυτά ξεδιψούν χρόνια τώρα όσοι προσεγγίζουν τα μεγάλα αυτά αριστουργήματα.

Πηγές: L. και J. Schhnitzer «Β. Πουντόβκιν Μάνα» μτφ. Γ. Μπαζίνα – Γ. Παπακυριάκη, εκδ. ΚΙΝΟ

Μπ. Μπρεχτ: «Η Μάνα», μτφ. Κωστής Σκαλιώρας, εκδ. Θεμέλιο.

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ : ΕΦΗΜ. ΑΥΓΗ http://www.avgi.gr/article/10812/8518826/e-mana-nkorki-pountobkin-mprecht-)

Θεία Γιούλα ή Μίρκα; (Εφημ. Η ΑΥΓΗ 04.1.2017)

Ήταν πολλοί οι ηθοποιοί και άλλοι καλλιτέχνες που εντάχθηκαν στο ΕΑΜ, την ΕΠΟΝ και τον ΕΛΑΣ. Όσοι όμως κι αν ήσαν, δεν έφθαναν για να στελεχώσουν τους θιάσους που όργωναν κυριολεκτικά την ύπαιθρο χώρα, από χωριό σε χωριό, παρασταίνοντας και ξεσηκώνοντας τους κατοίκους

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Ζούσε στο χωριό κάποτε η θεία Γιούλα. Έτσι τη φώναζαν όταν ήταν παρούσα. Όταν μιλούσαν γι’ αυτήν εν τη απουσία της, όμως, την αποκαλούσαν «Μίρκα». Στην ερώτηση για το πώς προέκυψε το παρατσούκλι, η απάντηση ήταν πως κάποτε η θεία Γιούλα έπαιξε στο θέατρο έναν ρόλο που είχε το όνομα Μίρκα. Υπήρξε λοιπόν η θεία Κούλα ηθοποιός; Πότε; Στην Κατοχή, ερχόταν η δεύτερη πληροφορία. Και εκεί η συζήτηση σταματούσε.

Αργότερα μάθαμε ότι ως εικοσάχρονο κορίτσι ενταγμένο στην ΕΠΟΝ ανέλαβε με άλλους συντρόφους της να ανεβάσει στο χωριό της ένα θεατρικό έργο ώστε να τονωθεί το ηθικό των συγχωριανών και να διασκεδάσουν. Ποιος ξέρει για ποιο έργο επρόκειτο. Κακίζω τον εαυτό μου γιατί δεν τη ρώτησα ποτέ, όταν μου εκμυστηρεύονταν τον κατατρεγμό της από τις «εθνικόφρονες δυνάμεις» των φίλων και συγγενών στο χωριό εκείνα τα δίσεκτα χρόνια.

Υπάρχουν αγώνες και αγώνες. Ο αγώνας του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ εκείνη την περίοδο των ηρώων άντλησε υλικό από την πιο όμορφη κατάκτηση του ανθρώπου. Τις καλές τέχνες. Ενθάρρυνε ανθρώπους που δεν είχαν διανοηθεί ποτέ να ασχοληθούν με το θέατρο, το τραγούδι, τη ζωγραφική να γίνουν δημιουργοί και να πολεμήσουν και με αυτά τα όπλα τον κατακτητή. «Πολεμάμε και τραγουδάμε» ήταν άλλωστε το σύνθημα της ΕΠΟΝ.

Βεβαίως όλη αυτή η αντίληψη είναι συστατικό στοιχείο της προοδευτικής ιδεολογίας. Και ξεκίνησε οργανωμένα, με τους καλλιτέχνες να εντάσσονται στην πρώτη γραμμή και να υλοποιούν τις κατευθύνσεις της οργανωμένης Αντίστασης. Το καλοκαίρι του 1944 ο Βασίλης Ρώτας, υλοποιώντας την απόφαση της ΠΕΕΑ, ιδρύει τον «Θεατρικό Όμιλο ΕΠΟΝ Θεσσαλίας». Σημειώνει κάπου ότι «οι παραστάσεις μας είχαν τον ενθουσιασμό του αγώνα. Οι χωριάτες έρχονταν από παντού κουβαλώντας καθίσματα και καρέκλες. Πότε στα προπύλαια μιας εκκλησιάς, πότε στην αυλή ενός σχολείου, είσοδος δεν υπήρχε γιατί ο χώρος ήταν ανοιχτός… το εισιτήριο ήταν σε είδος».

Στην Αθήνα η ΕΠΟΝ λειτουργεί από το 1942 το «Θεατρικό Σπουδαστήριο», στο οποίο δίδασκαν φωτισμένοι δημιουργοί, όπως οι Μάρκος Αυγέρης, Γιάννης Τσαρούχης, Σίμωνας Καράς και πολλοί άλλοι. Ο σπουδαίος Γιώργος Κοτζιούλας, που μεγαλούργησε με «Το Θέατρο του Βουνού», δραστηριοποιείται στην περιοχή της Άρτας υποστηριζόμενος από τη VIII μεραρχία του ΕΛΑΣ. Έγραφε μόνος του τα έργα, μικρές και μεγαλύτερες θεατρικές σκηνές, εμπνεόμενος από τον αγώνα και αντλώντας από την καθημερινότητα της αντίστασης. Στο περιοδικό «Θέατρο» (τ. 53-54, 1975) η Έλλη Αλεξίου γράφει πως «η πατριωτική έξαρση του Γιώργου Κοτζιούλα και η ανεβασμένη πίστη για λευτεριά», τον υποχρέωνε «να γίνει διδαχός του αγρότη. Το καθήκον αυτό δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί πάνω στα χνάρια του Τσέχωφ ή στις ανέσεις του Γκαίτε. Εδώ ο Κοτζιούλας θα δίδασκε το αλφαβητάρι της τέχνης στον άμαθο Έλληνα αγρότη».

Ήταν πολλοί οι ηθοποιοί και άλλοι καλλιτέχνες που εντάχθηκαν στο ΕΑΜ, την ΕΠΟΝ και τον ΕΛΑΣ. Όσοι όμως κι αν ήσαν, δεν έφθαναν για να στελεχώσουν τους θιάσους που όργωναν κυριολεκτικά την ύπαιθρο χώρα, από χωριό σε χωριό παρασταίνοντας και ξεσηκώνοντας τους κατοίκους. Εκεί όπου δεν μπορούσε να φτάσει θίασος επαγγελματιών, η οργάνωση αναλάμβανε δράση! Η ορμή και ο ενθουσιασμός των νέων της εποχής δεν λογάριαζαν εμπόδια. Έστηναν μόνοι τους μια παράσταση. Με κείμενο που προφανώς τους προμήθευσε η «καθοδήγηση», νέοι και μεγαλύτεροι που δεν είχαν φύγει ποτέ από το χωριό τους, που δεν είχαν δει ποτέ θέατρο, που δεν είχαν αντικρίσει ποτέ την οθόνη του κινηματογράφου, έγιναν μέσα από τη φλόγα του αγώνα ηθοποιοί, σκηνοθέτες, συγγραφείς, ζωγράφοι, χορωδοί.

Η θεία Γιούλα, στο χωριό της που στέκει ψηλά στο όρος Καλλίδρομον της Ρούμελης, φαίνεται πως είχε απολαύσει μόνο Καραγκιόζη, από έναν πλανόδιο καραγκιοζοπαίχτη που αγαπούσε το καλό κρασί και επισκεπτόταν μια φορά τον χρόνο το χωριό. Ανέβηκε στη σκηνή όμως. Όχι από ματαιοδοξία, αλλά από τη ζεστασιά και τον οίστρο του αγώνα.

Η θεία Μίρκα τα κατοπινά χρόνια αντιμετώπισε την μήνιν των μικρόψυχων πολιτικών της αντιπάλων στο χωριό. Δεν της συγχώρεσαν ποτέ που είχε το θάρρος να ενταχθεί στην Αριστερά, που αγωνίστηκε, που έγινε «θεατρίνα» για μία παράσταση, που τόλμησε να επικοινωνήσει τα πιστεύω της, να κοινωνήσει τη χαρά της ζωής στα είκοσι χρόνια της συμμετέχοντας κι αυτή στον μεγάλο αγώνα του ελληνικού λαού για ελευθερία, δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη.

 

* Μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής της Περιφέρειας Αττικής

(ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜ.ΑΥΓΗ http://www.avgi.gr/article/10812/8502854/theia-gioula-e-mirka-)

Τι εμπνέει τη Νέα Δημοκρατία;

Στη Νέα Δημοκρατία δεν υπάρχει έλλειψη πυξίδας. Το στρατηγικό της αφήγημά εμπνέεται από το τρίπτυχο «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» έχοντας ως παρακαταθήκη τη τυραννική χούντα.

Του Πάνου Σκουρολιάκου *

Κανόνας είναι στις δημοκρατίες, τα κόµµατα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να διεκδικούν την εξουσία µέσω της κοινοβουλευτικής οδού αλλά και διά της επαφής τους µε τους πολίτες. Αντλούν υλικό, επιχειρήµατα και πολιτικές προτάσεις σε αυτή τη διαδικασία από το ιδεολογικό και αξιακό τους οπλοστάσιο, που µπορεί να εµπνέεται από τα οράµατα του σοσιαλισµού και της κοινωνικής φροντίδας ή από τα προτάγµατα του οικονοµικού φιλελευθερισµού, του νεοφιλελευθερισµού κ.λπ.

Στη χώρα µας, η Νέα Δηµοκρατία δίνει τη δική της µάχη για να διαδεχθεί στην κυβερνητική ευθύνη τη σηµερινή κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Οπως είναι φυσικό, τα περισσότερα βέλη από τη φαρέτρα του ιδεολογικού της οπλοστασίου, συγκεντρώνει ο αριστερός ΣΥΡΙΖA.

Αλήθεια, σε ποιο ιδεολογικό πεδίο έχουν αναφορά τα βέλη της ΝΔ; Στο πρόσωπο της δεξιάς που πέτυχε µεταπολιτευτικά να φιλοτεχνήσει ο ιδρυτής της, Κωνσταντίνος Καραµανλής; Μια σύγχρονη παράταξη, του ευρύτερου δηµοκρατικού χώρου δηλαδή, απαλλαγµένη από τις εξαλλοσύνες της χουντικής αλλά και της µετεµφυλιακής περιόδου; Ας µην ξεχνάµε το βασικό επιχείρηµα αυτής της παράταξης όσον αφορά τη δηµοκρατικότητά της, που ήταν η νοµιµοποίηση του ΚΚΕ από την κυβέρνησή της µε πρωθυπουργό τον Κ. Καραµανλή. Μήπως, τα αντιπολιτευτικά βέλη έχουν αφετηρία µια νέα ιδεολογική πλατφόρµα – πρόταση για τη δεξιά του 21ου αιώνα; Οχι. Οι νέες προτάσεις απαιτούν άλλωστε σοβαρές αναλύσεις, αλλά και σοβαρά οράµατα. Παρακάµπτοντας την παρακαταθήκη του ιδρυτή της, που µοιάζει πολύ αριστερή για τα… γούστα των νέων (ακροδεξιών) αφίξεων στη Νέα Δηµοκρατία, οδηγείται το κόµµα της αξιωµατικής αντιπολίτευσης στην αµέσως προηγούµενη ιστορική περίοδο, που δεν είναι άλλη από την εποχή της Απριλιανής δικτατορίας και το τιµωρητικό για τους ηττηµένους πολιτικούς του αντιπάλους στο µετεµφυλιακό κράτος.

Αλίµονο. Το πολιτικοϊδεολογικό υλικό της σηµερινής Νέας Δηµοκρατίας είναι ο «πλούτος» των επιχειρηµάτων της αλήστου µνήµης δικτατορίας των συνταγµαταρχών. Επιστρατεύονται απέναντι στον επάρατο ΣΥΡΙΖΑ, ο εξίσου επάρατος Στάλιν, που αυθαίρετα ταυτίζεται µε το κόµµα της αριστεράς που βρίσκεται στην κυβέρνηση. Ετσι, η αξιωµατική αντιπολίτευση επιστρατεύει την έπαρση της σηµαίας στα σχολεία, τον εκκλησιασµό των µαθητών, τη γελοία εξίσωση του ναζισµού µε τον κοµµουνισµό, ρατσιστικές κορώνες, όπως αυτές που απολαύσαµε κατά την ψήφιση του νόµου για τη νοµική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, έως και τις καθηµερινές επιθέσεις µέσα από αληθοφανέστατες ψευδείς ειδήσεις, οι οποίες πριν καταρρεύσουν έχουν κάνει ήδη τη ζηµιά τους. Η ζηµιά δεν έχει να κάνει µε την κυβέρνηση ή τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά κυρίως απέναντι στους πολίτες, τους οποίους δηλητηριάζουν µε το ακροδεξιό ψεύδος και τη λάσπη.

Αλήθεια, πού είναι όλοι εκείνοι οι «ευπρεπείς δηµοκράτες» της Νέας Δηµοκρατίας; Γιατί σιωπούν; Εχουν τόσο πολύ φοβηθεί από τις µεταγραφές πρωτοκλασάτων χουντικών στελεχών στο κόµµα τους; Μήπως έχουν µερίδιο ευθύνης ακόµα και οι ίδιοι; Μήπως από πολύ νωρίς δέχθηκαν να ξεπλύνουν πολλά αµετανόητα ακροδεξιά στοιχεία εντάσσοντάς τα στη Νέα Δηµοκρατία από τη δεκαετία του ’70, ακόµα;

Επιλογή της ίδιας της Νέας Δηµοκρατίας είναι να ακολουθήσει την αντιπολιτευτική τακτική που την εκφράζει. Η χρήση όµως αυτού του χουντικού ακροδεξιού υλικού, µας δίνει το δικαίωµα να ισχυρισθούµε πως στο κόµµα αυτό δεν υπάρχει έλλειψη πυξίδας, στρατηγικής ή πολιτικού αφηγήµατος, όπως πολλοί διατείνονται. Η ΝΔ έχει στρατηγικό αφήγηµα και αυτό είναι οι παρακαταθήκες της τυραννικής χούντας, που φυλάκισε τον ελληνικό λαό για επτά χρόνια και κατέστρεψε την Κύπρο. Το στρατηγικό αφήγηµα της Νέας Δηµοκρατίας, που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραµανλής, σήµερα εµπνέεται από το τρίπτυχο «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών».

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ στην Περιφέρεια Αττικής.

(ΠΗΓΗ : ΕΦΗΜ.ΤΟ ΧΩΝΙ http://www.toxwni.gr/xoni-apokleistika/eipan-sto-xwni/175327-ti-empneei-ti-nea-dimokratia )

Η TV και το βέρτιγκο της εξουσίας ( ΕΦΗΜ. ΑΥΓΗ 14.10.2017)

Η τηλεόραση με τον ίδιο τρόπο που ατομικά απευθύνεται στον θεατή, έτσι εξατομικευμένα επιχειρεί τον παραμερισμό του συλλογικού ενδιαφέροντος, προκειμένου να προβάλει το ατομικό που το ανάγει σε γενικότητα και το επιβάλλει ως κάτι που αφορά όλη την κοινωνία

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Ως αποφασιστικό εργαλείο της καθημερινότητας για μια σειρά από ανάγκες μας, η τηλεόραση, παρ’ ότι απευθύνεται σε όλους εμάς μαζικά, ταυτόχρονα λειτουργεί και μέσω της ατομικής στόχευσης. Με ενεργά αυτά τα δύο επίπεδα, πετυχαίνει την εξάρτηση από αυτήν, μεγάλου μέρους των πολιτών.

Παρεμβαίνει αποφασιστικά στην καταναλωτική μας συμπεριφορά, στην επιβολή τρόπου ζωής και βέβαια στις πολιτικές μας επιλογές. Πέτυχε να είναι το κέντρο των πολιτικών διεργασιών, αναλαμβάνοντας εργολαβικά τη διεξαγωγή της πολιτικής αντιπαράθεσης, μεταφέροντας την από τους δρόμους και τις πλατείες στα τηλεοπτικά στούντιο και ελέγχοντας την πλήρως. Οι όποιες επιβιώσεις πολιτικής δράσης σε δρόμους και πλατείες, μεταδίδονται ως πληροφορία και ως εικόνα, κυρίως από την τηλεόραση. Παρεμβαίνει και εδώ στον τρόπο και στην οπτική από την οποία θα μεταδοθεί μια πολιτική δράση. Τα κολακευτικά τηλεοπτικά πλάνα από μία συγκέντρωση μαζί με εκείνα που εκθέτουν τους διοργανωτές, εναλλάσσονται στην τηλεοπτική καθημερινότητα αναλόγως της θέσης του καναλιού (ή του καναλάρχη), απέναντι στο κόμμα ή στην πολιτική ομάδα που δρα.

Ο καθαρός χειρισμός των πολιτικών θεμάτων, λίγο ενδιαφέρει το μέσον. Στα στούντιο από όπου βγαίνουν στον αέρα πολιτικές εκπομπές, η τηλεόραση ελέγχοντας πλήρως τα εργαλεία και το πλαίσιο, αποπολιτικοποιεί τον πολιτικό λόγο, τηλεοπτικοποιώντας στον απλώς. Η παρέμβαση των δημοσιογράφων, τα πλάνα, ο φωτισμός, η προβολή ερευνών για το θέμα που έχουν προηγουμένως προετοιμασθεί και ο χειρισμός του χρόνου, λίγα περιθώρια αφήνουν για την ανάπτυξη ψύχραιμου πολιτικού λόγου με θέσεις και επιχειρήματα.

Στις εκπομπές ενημέρωσης, η δραματοποίηση της είδησης με μουσικά χαλιά, επιλογή των πληροφοριών και επιλεκτική προβολή έκφρασης γνώμης του κοινού από μια δεξαμενή επιλογών, μόνο ψύχραιμη και αντικειμενική ενημέρωση δεν εξασφαλίζουν.

Η τηλεόραση με τον ίδιο τρόπο που ατομικά απευθύνεται στον θεατή, έτσι εξατομικευμένα επιχειρεί τον παραμερισμό του συλλογικού ενδιαφέροντος, προκειμένου να προβάλει το ατομικό που το ανάγει σε γενικότητα και το επιβάλλει ως κάτι που αφορά όλη την κοινωνία. Η περίπτωση του εξωγήινου που πρότεινε σε κάποιον να αλλάξει φύλο, όπως μας πληροφόρησε ο κ. Μητσοτάκης στη Βουλή, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η ατομική ελευθερία του τηλεθεατή στην επιλογή καταστρατηγείται λοιπόν βάναυσα.

Στη χώρα μας, συναντούμε όλα τα πιο πάνω χαρακτηριστικά σε ένα τηλεοπτικό τοπίο δύο ταχυτήτων. Στη δημόσια και την ιδιωτική τηλεόραση. Ταυτιζόμενη με την εκάστοτε κυβέρνηση η δημόσια τηλεόραση, δίκαια ή άδικα, εξασφαλίζει ένα μίνιμουμ αξιοπρέπειας για πολλούς λόγους. Ο πιο σημαντικός είναι η ίδια η δημοκρατική εναλλαγή στην κυβερνητική εξουσία.

Στην ιδιωτική τηλεόραση, το πιο σημαντικό που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι πρόκειται για μία επιχείρηση. Οι επιχειρήσεις για να δημιουργηθούν χρειάζονται χρήματα. Και στην περίπτωσή μας, πολλά χρήματα. Το επιχειρείν στα τηλεοπτικά νερά είναι ακριβό σπορ. Όταν λοιπόν κάποιος ρισκάρει δεκάδες εκατομμυρίων ευρώ, πρέπει να είναι σίγουρος πώς θα τα πάρει πίσω. Πώς; Μα από τα ποσά που εξασφαλίζουν οι διαφημίσεις. Άρα θα πρέπει να προσφέρει ένα πρόγραμμα αγαπητό στο κοινό, ώστε να προσελκύσει διαφημίσεις. Σχεδόν πάντα η ιδιωτική τηλεόραση καταφεύγει στον ποιοτικό κατήφορο προκειμένου να διαθέτει ένα πρόγραμμα ευρείας αποδοχής. Απολαμβάνουμε λοιπόν πλήθος realities, talk shows, talent shows, παιχνιδιών «επιβίωσης» κ.λπ.

Αλίμονο όμως. Συνήθως τα έσοδα από τις διαφημίσεις δεν φθάνουν για την επιβίωση του καναλιού. Και όταν ακόμα φθάνουν, ο επιχειρηματίας στοχεύει σε ακόμα περισσότερα. Τότε ο τηλεοπτικός επιχειρηματίας καταφεύγει στα παιχνίδια εξουσίας. Στηρίζει συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις, πρόσωπα, κόμματα. Άλλοτε κομψά, άλλοτε χοντροκομμένα και πάντα με το αζημίωτο.

Προσδεμένη η ιδιωτική τηλεόραση στο άρμα συγκεκριμένων πολιτικών ομάδων στη χώρα μας διεκδικεί το δικαίωμα στην ασυδοσία! Δεν δέχεται να λειτουργεί με άδεια του κράτους εντός του οποίου δραστηριοποιείται και την οποία θα πληρώσει. Δεν ενδιαφέρουν φαίνεται κάποιους επιχειρηματίες οι κανόνες που επιβάλλει η ανεξάρτητη αρχή που εποπτεύει τα ραδιοτηλεοπτικά πράγματα στη χώρα. Το ΕΣΡ αποφάσισε ότι πρέπει να δοθεί συγκεκριμένος αριθμός αδειών, με ορισμένο σημείο εκκίνησης όσον αφορά το οικονομικό τίμημα. Η προηγούμενη απόπειρα αδειοδότησης από τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας, παρ’ ότι δεν ευοδώθηκε εξαιτίας της διαφωνίας του ΣτΕ για ένα βασικό άρθρο του «νόμου Παπά», αποτελεί ένα σημαντικό κεκτημένο. Το νέο ΕΣΡ που προέκυψε μετά, με συμφωνία των τεσσάρων πέμπτων της Βουλής προχωρά.

Τα ιδιωτικά κανάλια συνεπικουρούμενα από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αντιδρούν. Τα θέλουν όλα δωρεάν και χωρίς κανόνες. Η Ν.Δ., συμφωνεί και «αδειάζει» πρόσωπα του ΕΣΡ που πρότεινε η ίδια. Το βέρτιγκο της εξ αιτίας του εναγκαλισμού της με όποιον πιστεύει ότι θα την επιβάλει ως κυβέρνηση στον ελληνικό λαό, της κάνει κακό. Και κάνει κακό και στην κοινή μας ζωή στον πολύπαθο αυτόν τόπο.

Τέλος η τηλεόραση ως αναπόσπαστο κομμάτι της συλλογικής μας ζωής, θα πρέπει να αρθεί στο ηθικό και λογικό ύψος των περιστάσεων.

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής στην Περιφέρεια Αττικής

(ΠΗΓΗ : ΕΦΗΜ. ΑΥΓΗ http://www.avgi.gr/article/10811/8460197/e-tv-kai-to-bertinko-tes-exousias)

«Μεγάλο θέαμα» delivery (Εφημ. ΑΥΓΗ 07.10.2017)

Τα “μεγάλα θεάματα”, παίζοντας έναν συγκεκριμένο πολιτικό και κοινωνικό ρόλο, δεν εγκαταλείφθηκαν ποτέ. Σε όλη την ιστορική διαδρομή της ανθρωπότητας έως σήμερα σημειώνουμε την ύπαρξή τους πάντα για τον ίδιο σκοπό

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Παρακολουθώντας την ιστορία των «μεγάλων θεαμάτων», διαπιστώνει κανείς πως ξεκινούν από τη ρωμαϊκή εποχή. Οι ανθρώπινες διαστάσεις των θεαμάτων της Αρχαίας Ελλάδας στο θέατρο, την όρχηση και τη μουσική, εγκαταλείπονται για να αναζητηθούν μεγάλες φόρμες, που απευθύνονται στο μεγάλο κοινό ως «μάζα» που δεν προβάλλει απαιτήσεις ποιότητας για το θέαμα. Οι ίδιοι μάλιστα οι δημιουργοί αυτών των θεαμάτων δεν έχουν καμία πρόθεση να συμβάλουν με το έργο τους στην καλλιέργεια του κοινού. Ο χώρος όπου φιλοξενούνται είναι το ρωμαϊκό ιπποδρόμιο. Το πρώτο θέαμα που έτυχε και μεγάλης λαϊκής αποδοχής ήταν οι ιπποδρομίες, δάνειο άθλημα – θέαμα από τους αρχαίους Έλληνες. Οι Ρωμαίοι προχώρησαν όμως σε ένα νέο άθλημα – θέαμα που αποτύπωνε καλύτερα τον χαρακτήρα και τον πολιτισμό τους. Δημιούργησαν τις περίφημες μονομαχίες. Δούλοι μονομάχοι αγωνίζονταν για την ίδια τους τη ζωή εν μέσω επευφημιών ή χλεύης από ένα κοινό που διψούσε για το αίμα (των άλλων). Συχνά, οι μονομαχίες λάβαιναν χώρα υποστηριζόμενες και από κάποιον σκηνικό διάκοσμο. Ακόμα, διοργάνωναν μάχες ανάμεσα σε άγρια ζώα και ανθρώπους ή αγρίων ζώων μεταξύ τους. Η εφευρετικότητα των Ρωμαίων προχώρησε όμως και σε ένα άλλο είδος “μεγάλου θεάματος”. Τις ναυμαχίες. Επρόκειτο για αληθινές μάχες που πραγματοποιούνταν σε τεχνητούς λιμένες ή ακόμα και σε αρένες αμφιθεάτρων κατάλληλα διασκευασμένες! Κορωνίδα των ψυχαγωγικών εκδηλώσεων κατά τη ρωμαϊκή εποχή αποτέλεσαν οι θρίαμβοι που οργανώνονταν έπειτα από νικηφόρες μάχες για να τιμηθούν οι αυτοκράτορες και στρατηγοί που επέστρεφαν στη Ρώμη. Είχαν συγκεκριμένο τελετουργικό, διαρκούσαν μέρες ολόκληρες και ο λαός συμμετείχε με ενθουσιασμό, ξεχνώντας καθημερινότητα, υποχρεώσεις, δυσκολίες και ό,τι άλλο θα έπρεπε να ξεχάσει.

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η χριστιανική θρησκεία που επικράτησε απάλειψε από την κοινωνική ζωή τις ρωμαϊκές ακρότητες, κρατώντας βέβαια τις ιπποδρομίες και διασώζοντας κάποια ρωμαϊκά παγανιστικά έθιμα – γιορτές, όπως τις Καλάνδες. Επρόκειτο για χαρούμενες πομπές – παρελάσεις, όπου μεθυσμένοι συμμετέχοντες τραγουδούσαν σκωπτικά τραγούδια, μεταμφιέζονταν σε ζώα και πείραζαν τους θεατές.

Τα “μεγάλα θεάματα”, παίζοντας έναν συγκεκριμένο πολιτικό και κοινωνικό ρόλο, δεν εγκαταλείφθηκαν ποτέ. Σε όλη την ιστορική διαδρομή της ανθρωπότητας έως σήμερα σημειώνουμε την ύπαρξή τους πάντα για τον ίδιο σκοπό. Στοχεύουν στο να αγκαλιάσουν το ευρύ κοινό, να του προσφέρουν ένα θέαμα χωρίς πνευματικό υπόβαθρο και τέλος να προβληθεί και επιβληθεί στον λαό η εκάστοτε εξουσία.

Στη ναζιστική Γερμανία τα θεάματα και οι παρελάσεις λειτούργησαν ως εργαλείο για τη χειραγώγηση των μαζών. Ο ίδιος ο Χίτλερ εγκαινιάζει τον Οίκο Γερμανικής Τέχνης (1937), όπου κυριαρχεί μια μεγαλοπρεπής πομπή στα χνάρια των λαμπαδηδρομιών που οργάνωνε το ναζιστικό κόμμα. Οι πυρσοί στις συγκεντρώσεις του νεοναζιστικού κόμματος στη χώρα μας αποτελούν ένα γελοίο αντίτυπο της κραταιάς άλλοτε χιτλερικής κυριαρχίας.

Κάθε εποχή έχει τα δικά της “μεγάλα θεάματα” και τα δικά της μέσα. Σε εμάς έλαχε να ζούμε στην εποχή της τηλεόρασης. Είναι εκείνο το εξυπηρετικό μέσο που φροντίζει ώστε να μη χρειάζεται να βγεις από το σπίτι σου προκειμένου να απολαύσεις κάποιες υπηρεσίες. Έρχεται εκεί, απέναντι από τον καναπέ σου, και σου λέει τα νέα. Σε πληροφορεί για νέα προϊόντα και φροντίζει για τη διασκέδασή σου. Σου προτείνει επιλογές καθημερινότητας αλλά και στάση ζωής. Σου λύνει ακόμα και το πρόβλημα του “μεγάλου θεάματος” της εποχής μας. Εξασφαλίζει τη μεταφορά του στο σπίτι σου.

Τα τηλεθεάματα όπου ομάδες συνανθρώπων μας αγωνίζονται για την επιβίωση κυριαρχούν στη μικρή μας οθόνη. Ευτυχώς, δεν πολεμούν με σπαθιά και ρωμαϊκές τρίαινες. Προσπαθούν με πάνινα μπαλάκια να ρίξουν ντενεκεδάκια ή να περάσουν γρήγορα μια διαδρομή ανάμεσα σε μια λιμνούλα, ένα βαρέλι και ένα σκοινί. Καταφέρνουν όμως να απορροφήσουν αξιοθαύμαστα την προσοχή του θεατή. Το ενδιαφέρον τους άλλωστε εστιάζεται στη χειραγώγηση του κοινού που με φανατισμό παρακολουθεί.

Η ανθρωπότητα έχει διανύσει σημαντική πολιτισμική απόσταση. Βεβαίως, έπειτα από τόσο δρόμο ανάμεσα σε φιλοσοφικές επεξεργασίες, ιδεολογικές ζυμώσεις, επιστημονικές ανακαλύψεις, καλλιτεχνικές δημιουργίες, πολέμους, καταστροφές και ιστορικά διδάγματα, δεν θα κατάπινε αμάσητα μαζικά θεάματα σαν εκείνα της ρωμαϊκής εποχής ή κατοπινών καταστροφικών ιδεολογιών. Η σημερινή εξουσία όμως έχει δυνατά όπλα. Με αγωγό την τηλεόραση, προσφέρει εκείνο το μαζικό θέαμα που περνά ανώδυνα και κάνει μια χαρά τη δουλειά της.

“Μεγάλο θέαμα” delivery για το σπίτι!

* Ο Π. Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

 

(ΠΗΓΗ : ΕΦΗΜ. ΑΥΓΗ http://www.avgi.gr/article/10811/8444126/-megalo-theama-delivery)